Wednesday, April 20, 2011

Έλληνες στο Βερολίνο, Greeks in Berlin, Griechen überall.



Ως παλιός αυτοεξόριστος στο Βερολίνο, σκαρφίστηκα το Greek-Berliners, ένα γκρουπ στο facebook για το πλήθος νέων αυτοεξορίστων που έχει ενσκήψει πρόσφατα και έχει ανάγκη κάποιας επικοινωνίας εδώ "στα ξένα". Όπως αποδείχτηκε, είμαστε πολλοί και ήδη έχουν συγκεντρωθεί γύρω από αυτό αρκετοί, νέοι και παλιοί Ελληνοβερολινέζοι, που το στήριξαν και το διέδωσαν.

Σύμφωνα με τις προδιαγραφές του:

"Αυτό το γκρουπ είναι αρχή μιας συλλογικής προσπάθειας που θα εξυπηρετεί την επικοινωνία των Ελλήνων που έχουν έρθει στο Βερολίνο και κάνουν διάφορα, από καλλιτεχνικά μέχρι πρακτικά, τα οποία μπορεί να θέλουν να τα συζητήσουν ή να τα κοινοποιήσουν.

Απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει σαν δίκτυο επικοινωνίας είναι να προσκληθούν όλοι όσοι Ελληνο-Βερολινέζοι μπορεί να ενδιαφέρονται, για να γίνουν μέλη. (Επειδή το Facebook προσθέτει αυτόματα όσους καλούνται να γίνουν μέλη, αυτοί μπορούν, αν δεν θέλουν, να επιλέγουν μετά "Leave Group".)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η λειτουργικότητά του, θα πρέπει οι όποιες ανακοινώσεις ή αναρτήσεις γίνονται να αφορούν με κάποιο τρόπο τα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε εμείς οι Έλληνες εδώ στο Βερολίνο, από ζητήματα στέγασης, μόρφωσης ή δουλειάς μέχρι επικοινωνίας των δραστηριοτήτων μας, των εμπειριών μας μέσα στη πόλη ή άλλων αναγκών μας. "


Όσοι, λοιπόν, ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές, δεν έχουν παρά να μπουν στο:



Monday, April 18, 2011

οι συνέπειες του καπνού




Εδώ και λίγο καιρό έχω «σκαλώσει» με το θέμα της απαγόρευσης του καπνίσματος στα καφε-μπαρα της Ελλάδας και στην αυτόβουλη κατάργησή της από τους θαμώνες και τους ιδιοκτήτες, που αποφάσισαν ότι ο νόμος δεν τους αρέσει, έτσι απλά.
Θα μου πεις τίποτε καινούργιο. Τα γνωστά για Έλληνες. Το αντίθετο θα ήταν έκπληξη, και απορώ με το νομοθέτη που τόλμησε κάτι τέτοιο, αφού, ως γνωστόν, νόμος που δεν ανταποκρίνεται στο λαϊκό αίσθημα είναι νεκρός. 
 Βέβαια, ο λαός δεν παραιτείται ούτε από το δικαίωμά του να ζει και μάλιστα καλά. Παρόλα αυτά παραβιάζει μαζικά ένα νόμο που υποτίθεται προστατεύει τη ζωή του. Ανάλογα, παραβιάζουν οι οδηγοί τις διαβάσεις των πεζών και τους αντιμετωπίζουν σαν απρόσεκτες γάτες, αν αυτοί τολμήσουν να πιστέψουν ότι έχουν προτεραιότητα, σύμφωνα με τον ΚΟΚ. Φαίνεται ότι η ανάγκη για ανυπακοή είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη επιβίωσης των Ελλήνων.
Ο υψηλός δείκτης των τροχαίων, των καρκίνων του πνεύμονα, και πολλών άλλων δεικτών ανυπακοής σε στοιχειώδεις κανόνες εθνικής υγιεινής, σωματικής και οικονομικής – όπως, π.χ. ο δείκτης του ελλείμματος -, μαρτυρούν το αυτόβουλο του ελληνικού λαού, έναντι των νομοταγών ψοφιμιών της υπόλοιπης Ευρώπης, που δεν ξέρουν να ζουν, ενώ εμείς τουλάχιστον ξέρουμε να πεθαίνουμε.

Θα πρέπει να πω ότι και στο Βερολίνο υπάρχουν αρκετά μπαράκια που το ντουμανιάζουν, αλλά αυτά έχουν πάρει ειδική άδεια και δεν το κάνουν παραβιάζοντας αυτοβούλως το νόμο.
Αυτοί οι Γερμανοί, τι τυπολάτρες, θα μου πεις. Και θα σου πω, πράγματι, έχεις δίκιο. Μπορεί οι τύποι να πρέπει να χαλαρώσουν λιγάκι, να είναι πιο ευέλικτοι και «δε γαμιέται» φάση.
Κάθε λαός έχει τα προβλήματά του και τα δικά του κουσούρια. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορούμε να κρύβουμε τη φαλάκρα μας πίσω από τη υπερτρίχωση του άλλου.
Το πρόβλημα των Ελλήνων είναι ακριβώς το αντίθετο από των Γερμανών, στο θέμα πειθαρχίας, με τον κάθε λαό να έχει τα δικά του τραυματικά, ιστορικά επεισόδια να τον "κατά-τρίχουν", (να, οι τρίχες).
Ανάγοντας το απείθαρχο των Ελλήνων στα πρόσφατα ιστορικά γεγονότα, για να μην αρχίσουμε πάλι τα περί τουρκοκρατίας, μοιάζει σαν να βρισκόμαστε σε ένα παρατεταμένο μεταδικτατορικό πανηγύρι, όπου γιορτάζουμε ακόμη την πτώση της χούντας, με γενικευμένη ανυπακοή στις αρχές, ανεξάρτητα του ρόλου που βαράνε σήμερα.
Οι μπάτσοι, για παράδειγμα, σήμερα δεν κάνουν την ίδια δουλειά με αυτούς της χούντας, που σε αστυνόμευαν μήπως ακούς Θεοδωράκη. Όμως, συνεχίζουμε να τους θεωρούμε άμουσα όργανα της δικτατορίας. Από την άλλη, φωνάζουμε για ελλειπή αστυνόμευση, όταν μας σπάσουν το αυτοκίνητο για να πάρουν το ραδιοκασετόφωνο, με τα cd της Βανδή, (αφού ο Θεοδωράκης έχει να βγάλει τραγούδι από το ‘70).

Πάμε πάλι στο τσιγάρο. Σύμφωνα με την ιστορία, όταν έπεσε οι χούντα, οι μαθητές και οι καθηγητές άρχισαν να καπνίζουν μαζί στα λύκεια, (εκεί που το τσιγάρο απαγορευόταν δια ροπάλου), και να επιδεικνύουν τα δημοκρατικά τους αισθήματα με κυκλάκια καπνού. Από τότε πέρασαν 37 χρόνια και έχουμε ακόμη το ντουμάνιασμα σαν σύμβολο της ελληνικής δημοκρατίας.
 Πρόκειται για μια σημαντική χρονοκαθυστέρηση του έθνους, ενώ οι τόκοι τρέχουν. Τα δάνεια εκδημοκρατισμού, εξευρωπαϊσμού και εκσυγχρονισμού που πήραμε έχουν λήξει και εμείς δεν εννοούμε να το καταλάβουμε. Η απόπειρά μας να δραπετεύσουμε από τον χρόνο, δεν θα βρει σύμφωνους τους λαούς που μας έχουν δανείσει σήμερα, χωρίς να είναι απαραίτητα οι Φοίνικες της αρχαιότητας.
 Όσο και να φωνάζουμε για τα κατοχικά δάνεια, δεν πρόκειται να πείσουμε κανένα και δεν θα μας πάρουν στα σοβαρά, ούτε καν οι Γερμανοί, που συνηθίζουν να τα παίρνουν όλα τόσο σοβαρά (άλλο κουσούρι τους και αυτό). Πολύ περισσότερο να συγκινηθούν από τα σημερινά αντιχουντικά κηρύγματα του Θεοδωράκη, όσο κι αν τον συμπαθούν για την κερδοφόρα αντιδικτατορική καριέρα που έκανε στα στάδια της Γερμανίας αγκαζέ με τη Φαραντούρη, φωνάζοντας «κι εσύ λαέ βασανισμένε».

Ναι, είναι μεγάλος ο νταλγκάς της ιστορίας που σηκώνει ένας ιστορικός λαός και μπορεί να σηκώνει τσιγάρο η υπόθεση, αλλά δεν φταίει ο διπλανός σου, να τον πνίγεις στον καπνό σου. Πόσο περισσότερο όταν η επιγραφή λέει απαγορεύεται το καπνίζειν και το πτύειν.
 Αν βρίσκεσαι σε ένα ελληνικό καφενείο, κακό του διπλανού σου κι ας βγει αυτός έξω να ξεπαγιάσει στον καθαρό αέρα. Αν όμως μιλάμε για το "κλαμπ" των ευρωπαϊκών κρατών, το πιο πιθανό είναι να σε πετάξουν έξω, αφού μετά από τόσες παρατηρήσεις εσύ συνεχίζεις το ντουμάνι. Μπορείς βέβαια να αρχίσεις να καταγγέλλεις τις διεθνείς καπνοβιομηχανίες που σε κατάντησαν σε αυτό το χάλι, αλλά μετά περνάμε στο άλλο εθνικό κουσούρι, ότι για όλα φταίνε οι άλλοι, για το οποίο ήδη έχουμε μιλήσει.

ΥΓ1. Οι Γερμανοί έχουν και εδώ το ακριβώς αντίθετο κουσούρι από εμάς. Πιστεύουν - ή τουλάχιστον πίστευαν, μετά τον πόλεμο - ότι για όλα φταίνε αυτοί. Μέχρι που κατάφεραν οι Έλληνες να τους ανάψουν τα λαμπάκια.

ΥΓ2. Η μόνη επαναστατική κίνηση που θα είχε λόγο να γίνει σήμερα στην Ελλάδα θα ήταν αυτή που θα ζητούσε μια ακριβοδίκαιη νομοθεσία και την αυστηρή τήρησή της από όλους. Τα μηνύματα εξέγερσης και ανυπακοής που απευθύνουν οι διάφοροι επαναστατημένοι λαϊκιστές είναι ό,τι πιο συντηρητικό και καθυστερημένο ακούγεται σε ένα τόπο όπου έφτασε ακόμη και ο πρωθυπουργός του να πει ότι είναι "αντιεξουσιαστής" για να γίνει αρεστός. Μιλάμε για πλήρη διαστρέβλωση, που μόνο μια τολμηρή ανατροπή κατεστημένων αντιλήψεων θα έφερνε στα ίσια της. 
Αυτός είναι κατά βάθος ο λόγος ύπαρξης αυτού του άρθρου. Όχι για να μιλήσει για τους καπνιστές ή να μοιρολογήσει ακόμη μια φορά για τα στραβόξυλα τους Έλληνες, αλλά να εισηγηθεί μια εντελώς αντίθετη αντίληψη του επαναστατικού, όπου πραγματικός επαναστάτης θα είναι ο εραστής του νόμου.

Thursday, March 24, 2011

Αχ, Βερολίνα, γιατί.


Η σχέση μου με την πόλη του Βερολίνου είναι μια σχέση ερωτική, και μάλιστα μονογαμική, αφού το πάθος μου για αυτήν την πόλη, τη «Βερολίνα» - την έκανα γένους θηλυκού για να ταιριάζει με το αρσενικό γένος μου - δεν μου επέτρεπε, από τότε που το έπαθα (με το που την είδα), να κοιτάζω κανένα άλλο θηλυκό που κυκλοφορούσε.

Μου αρκούσε να τριγυρίζω στους δρόμους της Βερολίνας, στα πάρκα της, στα Kiez της (στις γειτονιές) και στις Ufer της (στις όχθες), δοσμένος ολοκληρωτικά σε αυτήν, χωρίς να ξεφεύγει το μάτι μου σε κανέναν ποδόγυρο – όχι ότι και να μου ξέφευγε θα έβλεπα κανέναν, αφού οι Βερολινέζες αποφεύγουν τη θηλυπρεπή ένδυση, μην της περάσουν για Βιεννέζες (έτσι λέγανε τις γαμιόλες παλιά εδώ, όπως εμείς στη Βέροια παλιά λέγαμε τις Ναουσαίες).

Χρειάστηκε να λείψω από την αγκαλιά της Βερολίνας για ένα διάστημα, λόγω της ταινίας 45m2 που έκανα στην Αθήνα (άλλη ξεφωνημένη πόλη κι αυτή, αλλά ποιος τη γαμεί, πια) και να ξενιτευτώ για να βγάλω των επιούσιο. Όταν γύρισα, ο ξενιτεμένος, τι να δω! Η Βερολινέζα είχε αλλάξει. Δεν ήταν αυτή που ήταν. Κάτι είχε συμβεί που την είχε κάνει άλλη.

Στα γενικά της χαρακτηριστικά ήταν ακόμη η ίδια. Οι ίδιοι δρόμοι, τα ίδια πάρκα, το ίδια kiez και Ufer, τα ίδια προβλήματα στο Sbahn, τα χαλασμένα ασανσέρ στους σταθμούς, τα σκυλοκούραδα στους δρόμους, όλα αυτά ήταν εκεί, όμως αυτή ήταν αλλού. Λες να πήγε με κάποιον άλλον, όσο εγώ έλειπα στα ξένα;

Αυτή δεν ήθελε να το παραδεχτεί, έκανε την αδιάφορη, έλεγε ότι όλα παραμένουν ως έχουν, ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει στη σχέση μας και τέτοια. Όμως δεν με έπειθε. Το ένιωθα στον αέρα και το έψαξα στη γη. Τα πρώτα ίχνη δεν άργησαν να φανούν.

Η αύξηση των ενοικίων, η ανηλεής ανοικοδόμηση - που έκοψε και τις 2 ιστορικές καστανιές στη Kastanienalle, (από όπου και η φωτογραφία) –, η εξαφάνιση των κενών χώρων, η άνοδος των τιμών, τα εμπορικά κέντρα, τα πολυτελή συγκροτήματα κατοικιών και οι ορδές των τουριστών, έδειχναν ότι η κοπέλα το γύρισε στα φράγκα, έγινε της μόδας και πάει με κάποιον πλούσιο – δεν υπάρχει αμφιβολία.

Η μοίρα του καλλιτέχνη, θα μου πεις, που η γκόμενα τον παρατάει στο τέλος για τον φραγκάτο τύπο. Ε, όχι όμως. Εγώ την αγαπάω την πουτάνα, και δεν θα περάσει έτσι.

Βερολίνο ξανά, αγάπη μου παλιά.

Επειδή όλα δείχνουν ότι θα ξανασμίξω με το Βερολίνο για τα καλά, μετά από δύο χρόνια πήγαινε έλα Αθήνα - Βερολίνο, (λόγω ταινίας), ξαναενεργοποιώ το μπλογκ "Εδώ Βερολίνο", από τα χρόνια του τρελού μου έρωτα για αυτήν την πόλη, της μεγάλης μου αγάπης για τους φυγάδες του ύστερου καπιταλισμού και της απεριόριστης συμπάθειάς μου για τους Έλληνες αυτοεξόριστους σε αυτήν την πόλη και όχι μόνο.

Friday, December 4, 2009

Αθήνα - Βερολίνο

Μετά από 2 χρόνια απουσίας από το μπλόγκινγκ, στη διάρκεια των οποίων ανεβοκατέβαινα Αθήνα Βερολίνο και έκανα μια ταινία (τα "45 Τετραγωνικά", που μόλις τελείωσα), επανέρχομαι όχι ως αυτοεξόριστος, αλλά ως μετακινούμενος, με ένα νέο μπλογκ, το Αθήνα - Βερολίνο

Σε αυτό σημειώνω τις στάσεις τις σκέψεις μου στη διάρκεια των μετακινήσεών μου:
athens-berlin.blogspot.com

Στράτος Τζίτζης

Friday, December 14, 2007

μη σκοτώνεστε, κανείς δεν θα πάρει

Καμιά φορά δεν χρειάζεται και πολύ φιλοσοφία για να δούμε τι πρέπει να κάνουμε στη ζωή. Η θεωρία μας μπορεί πολύ απλά να βασιστεί σε κάποιες βασικές και αδιαμφισβήτητες παραδοχές, όπως για παράδειγμα ότι όλοι θα πεθάνουμε.

Αν ξεκινήσουμε από αυτήν την αναγκαστική παραδοχή, θα δούμε πόσο μάταιο είναι να σκοτωνόμαστε είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά (να «σκοτωνόμαστε» στη δουλειά ή μεταξύ μας), και πόσο σοφό είναι να απολαμβάνουμε τη ζωή όσο μπορούμε.

Αφού σήμερα είμαστε και αύριο δεν είμαστε, προς τι όλη αυτή η φασαρία; Προς τι οι μικρότητες, οι τσιγκουνιές και οι μιζέριες; Προς τι η φαγωμάρα και ο αλληλοσπαραγμός; Προς τι το αδηφάγο εγώ; Προς τι το άγχος για επιτυχίες που θα μείνουν στις κορνίζες; Προς τι το κυνήγι διακρίσεων που θα γραφούν σε ταφόπλακες; Προς τι ο ανταγωνισμός για συσσώρευση πλούτου («μαζί σου θα τα πάρεις;») που διαλύει την κοινωνία και καταστρέφει τη φύση;

Μια διαρκής υπενθύμιση της «θανατηφόρας» παραδοχής πιθανόν να μπορούσε να απλοποιήσει κάθε θεωρία ατομικής ή συλλογικής καταξίωσης κάνοντας την πιο φιλική προς τον άνθρωπο και τα άλλα ζώα - λέω.

Μη σκοτώνεστε, κανείς δεν θα τα πάρει μαζί του.

ΥΓ. Με αυτό το ειρηνόφιλο μήνυμα κατεβαίνω Ελλάδα για δουλειές, και «καλές γιορτές» σε όλους!

ΥΓ2 οι δουλειές με κρατάνε εδώ (Αθήνα), μέχρι νεωτέρας

Thursday, December 13, 2007

η ιστορία θα δείξει

Ένα από τα πρώτα μου ποστ ήταν πάνω στον ψηφιακό κόσμο με το ίντερνετ και την άπλα του, που επιτρέπει σε ένα σωρό κόσμο να εκφράζεται χωρίς προέγκριση από διευθυντές, επιτροπές, πεθερικά, κλπ.

Αυτή η ψηφιακή διευκόλυνση δεν αφορά μόνο τα μέσα επικοινωνίας αλλά και παραγωγής έργου σε χώρους που πριν θα ήταν αδιανόητη μια τέτοια ευκολία, όπως ο κινηματογράφος. Σήμερα με μια καμερούλα, δυο φιλαράκια και ένα προγραμματάκι μοντάζ στο κομπιούτερ μπορείς να κάνεις μια ταινία χωρίς μία.

Αυτή η ευκολία των μέσων, όμως, δεν παρήγε καμία πληθώρα αξιόλογων ταινιών. Μάλιστα, συγκριτικά με εποχές πολύ πιο δύσκολες -με κάμερες κουρδιστές και τη μουβιόλα τού μοντάζ χειροκίνητη- ο αριθμός των σημερινών αξιόλογων ταινιών είναι κατά πολύ μικρότερος.

Εδώ έρχεται να αποδειχτεί ότι αυτό που κάνει την ταινία δεν είναι τα μέσα, αλλά το τι έχεις μέσα στο κεφάλι σου. Αν το κεφάλι σου έχει σκατά, σκατά ταινία θα κάνεις ό,τι μέσα και να έχεις. Αν πάλι έχεις κατά νου κάτι αξιόλογο, αυτό θα βγει και με μια κάμερα της πλάκας.

Η ψηφιακή ευκολία πιθανόν να δίνει τη δυνατότητα να ειπωθούν αξιόλογα πράγματα που αλλιώς θα τα έτρωγε η μαρμάγκα. Την ίδια στιγμή όμως προκαλεί και μια διάρροια ευκοίλιων έργων που αλλιώς θα έτρωγαν κωλοστούμπωμα. Δεν ξέρω τι είναι προτιμότερο τελικά. Η ιστορία θα δείξει.

Και μιας που λέμε για ιστορία, υπάρχει μια κατηγορία ταινιών που η ιστορία δεν τις έχει δώσει ακόμη τη θέση που αξίζουν. Είναι ταινίες σεμνές, με ευαισθησία, χιούμορ και καλοσύνη, που δεν πουλάνε πνεύμα και για αυτό δεν διακρίνονται σε βραβεία, συμμετοχές σε φεστιβάλ, προτιμήσεις κριτικών, τοπ τεν και άλλα τέτοια. Εγώ τις θεωρώ κατά πολύ ανώτερες από ένα σωρό "καλλιτεχνικά επιτεύγματα".

Για μένα η καλοσύνη είναι βασικό χαρακτηριστικό ενός κινηματογραφικού έργου για να με κερδίσει και θεωρώ μεγάλο δημιουργό αυτόν που κάνει κάτι για τον πλησίον του ξεπερνώντας το εγώ του.

Είδα μια τέτοια καλή ταινία τις προάλλες. Τη διάλεξα τυχαία από τη βιβλιοθήκη του Mitte. Ούτε που την είχα ακούσει. Λέγεται Emmas' Glück. Δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά, αλλά την αναφέρω για την ιστορία.

Monday, December 10, 2007

η θερμοκρασία των αισθημάτων

Πολλές φορές ξεχνάμε ότι όλα αυτά που κάνουμε καθημερινά (μικρά ή μεγάλα, βαθυστόχαστα ή ανόητα) μπορούμε και τα κάνουμε γιατί έχουμε την υγεία μας, σωματική και ψυχική. Οι παράμετροι της σωματικής υγείας είναι πάνω κάτω γνωστοί και προσδιορίσιμοι στον βαθμό που βασίζονται σε κάτι υλικό και μετρήσιμο και δεν επηρεάζονται άμεσα από τις ψυχολογικές παραμέτρους, που έχουν κάτι άυλο, αφού άπτονται των αισθημάτων.

Η μη υλικότητα των αισθημάτων δεν σημαίνει, βέβαια, ότι είναι τόσο αόριστα που να μη μπορούμε να εντοπίσουμε τους συσχετισμούς τους και να παρακολουθήσουμε τη διακύμανσή τους, που όταν είναι ομαλή είμαστε καλά, ενώ, όταν δεν είναι, η ψυχική μας υγεία είναι διαταραγμένη.

Πρόσφατα παρατήρησα ότι υπάρχει μια σταθερή θερμοκρασία των αισθημάτων (ή συναισθηματική θερμοκρασία), η οποία μας επιτρέπει να λειτουργούμε φυσιολογικά μέσα στον κόσμο αναγνωρίζοντας τον εαυτό μας ως μέρος του.
Όταν αυτή η θερμοκρασία πέφτει, ο κόσμος παγώνει. Δεν υπάρχει η θέρμη που μας ενεργοποιεί εντός του. Η εικόνα του ψυχρή, δεν θέλγει το βλέμμα. Ο κόσμος παγώνει και αδειάζει (π.χ. κατάθλιψη).
Όταν αυτή η θερμοκρασία ανεβαίνει πάνω από το κανονικό σαν πυρετός, ο κόσμος υπερθερμαίνεται και γεμίζει με φαντάσματα (π.χ. σχιζοφρένεια) ή κινδύνους (π.χ. φοβίες, πανικός, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή).

Πολλές από τις ενέργειές μας γίνονται για να διατηρήσουμε σταθερή τη συναισθηματική μας θερμοκρασία. Οι προσωπικές μας σχέσεις - και τα υποκατάστατά τους, όταν αυτές δεν λειτουργούν - παίζουν αυτό το ρόλο.
[Τα υποκατάστατα που βάζουμε στο σώμα μας (γλυκά, ναρκωτικά, αλκοόλ, τσιγάρο, κλπ.) χαλάνε το μηχάνημα, αν και προσωρινά ανεβάζουν τις στροφές του για να κρατήσει τη θερμοκρασία του σταθερή, αλλά φαίνεται ότι η ανάγκη μας για θέρμη είναι τόσο μεγάλη που εκείνη τη στιγμή δεν το υπολογίζουμε.]

Το πλέγμα των προσωπικών σχέσεων που κρατούν τη θερμοκρασία μας σταθερή πλέκεται γύρω από τρεις βασικές σχέσεις-κορμούς. Αυτές είναι η σχέση με τους γονείς (ιδίως τη μάνα), με τους φίλους (ιδίως τους κολλητούς) και με τον/την σύντροφο μας.
[Δεν αναφέρω τη σχέση με τα παιδιά μας, για όσους έχουν, διότι αυτή δεν είναι σχέση είναι υπέρβαση, την οποία όμως το άτομο δεν μπορεί να κάνει αν το ίδιο είναι διαλυμένο. Τότε, δεν έχει βάση για να κάνει καμία υπέρ-βαση.]

Όταν οι σχέσεις-κορμοί είναι διαλυμένες, είναι πολύ δύσκολο για το άτομο να κρατήσει τη συναισθηματική του θερμοκρασία χωρίς βοήθεια, που αν δεν έρθει έγκαιρα, τότε αυτό εκτρέπεται είτε προς την συναισθηματική παγωμάρα, είτε προς τον πυρετό της ψυχής, ανάλογα με τον χαρακτήρα του και το ιστορικό του.

Πολλές σχέσεις-κορμοί φαίνονται εξωτερικά υγιείς αλλά μέσα είναι νοσογόνες. Για να είναι μια σχέση υγιής θα πρέπει να έχει κάποια βασικά χαρακτηριστικά με πρώτο και καλύτερο την αμοιβαία αποδοχή. Βάζω πρώτα την αποδοχή και όχι την αγάπη- αν και αυτή είναι το άλφα και το ωμέγα- για να εισάγω στην αοριστία της άκριτης αγάπης κάποιο κριτήριο που να μας επιτρέπει να ξεχωρίσουμε τα χαρακτηριστικά μιας υγιούς σχέσης.

Αυτό που σε μια σχέση με βοηθάει να κρατάω τη θερμοκρασία των αισθημάτων μου σταθερή είναι ότι μπορώ να είμαι ο εαυτός μου χωρίς να χρειάζεται να αναλώσω ενέργεια για να αποδείξω κάτι, ούτε να προσπαθώ για κάποια αναγνώριση από τον άλλο. Αναγνωρίζω τον εαυτό μου και τον αποδέχομαι μέσα από την αποδοχή του άλλου τον οποίο επίσης εκτιμώ και αποδέχομαι.

Όταν δεν υπάρχει αυτή η αμοιβαιότητα σε καμία από τις τρεις σχέσεις κορμούς (αν υφίστανται βέβαια αυτές), τότε βρισκόμαστε στα πρόθυρα συναισθηματικής αποσταθεροποίησης, αν δεν τα έχουμε διαβεί κι όλας.

Οι άρρωστες σχέσεις είναι το επόμενο που πρέπει να κοιτάμε αφού πρώτα ακούσουμε προσεκτικά τα συναισθήματα μας, τη φωνή της ψυχής μας. Η θερμοκρασία των αισθημάτων μας θα μας πει αν κάποιος είναι καλός γονιός, φίλος ή σύντροφος, και αν είμαστε κι εμείς για αυτόν το ίδιο.

Wednesday, December 5, 2007

κάπου στο Ράινικεντορφ

Μια γνωστή μάς κάλεσε να παρακολουθήσουμε μία από τις τελικές πρόβες της χορευτικής ομάδας στην οποία συμμετείχε κι έτσι πήγαμε με τη Ρενάτε κάπου στο Ράινικεντορφ (μια άσημη περιοχή), σε έναν αθλητικό χώρο όπου θα γινόταν.

Είχαν έρθει εκεί και κάποιοι άλλοι φίλοι και γνωστοί της ομάδας, που όταν συγκεντρώθηκαν, άρχισε την πρόβα της.

Εντυπωσιάστηκα μόλις είδα τη γνωστή μας να μεταμορφώνεται με τη μουσική δίνοντας στο σώμα της μια πλαστικότητα και ευλυγισία που δεν περίμενα, γιατί δεν έχει την τυπική κατατομή μπαλαρίνας (αφού είναι κάπως γεματούλα). Βέβαια, αυτό που βλέπαμε δεν ήταν μπαλέτο, αλλά σύγχρονος χορός, που όμως έχει απαιτήσεις από τους χορευτές πιο σύνθετες από την εκτέλεση χορευτικών φιγούρων.

Ήταν τόσο όμορφο και συγκινητικό να βλέπεις αυτήν την ομάδα ανθρώπων να χορεύουν κάπου στο Ράινικεντορφ, παραχωρώντας πλήρως τη σωματική τους υπόσταση στη μουσική και όχι σε κάποιον πρακτικό σκοπό, που με έβγαλαν αυτομάτως από τις (πρακτικές) έννοιες μου και με πέρασαν σε άλλη σφαίρα. Να λοιπόν η μεταφυσική λειτουργία της τέχνης, (που έλεγα).

Μετά τη μέση, όμως, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται πάλι τα δικά του – δείγμα ότι η παράσταση είχε αρχίσει να κάνει κοιλιά. Τότε, άρχισα να σκέφτομαι τι ήταν αυτό που δεν πήγαινε καλά με την παράσταση και πού χώλαινε.

Η κάθε τέχνη, όσο και να δίνει μορφή σε κάτι άυλο (λειτουργώντας μεταφυσικά, όπως είπαμε), έχει τους δικούς της πολύ αυστηρούς και στιβαρούς κανόνες για να παράγει το παράδειγμα τελειότητας ενός καλλιτεχνικού έργου που να αναλογεί σε Αυτό με το οποίο μας φέρνει σε επαφή.

Αφού εντόπισα σε ποιους κανόνες έπεφτε έξω η παράσταση και για αυτό έχανε, είπα μέσα μου ότι θα το συζητήσω μετά με τη Ρενάτε για να μου πει και αυτή τη γνώμη της και πώς της φάνηκε το πράγμα

Δεν μου περνούσε από το μυαλό ότι θα γινόταν μια ανοιχτή συζήτηση μετά το τέλος της πρόβας, αλλά αυτό ακριβώς έγινε!

Μόλις τελείωσε η παράσταση και μετά τα θερμά χειροκροτήματα για την πολύ καλή προσπάθεια, ρωτάει η χορογράφος το κοινό πώς τους φάνηκε και αμέσως αρχίζουν όλοι με τη σειρά να λένε ανοιχτά τη γνώμη τους, και εγώ παθαίνω πλάκα - Έχω πάει σε αρκετές πρόβες στην Ελλάδα, αλλά τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί. Αν εκφέρεται ποτέ καμιά γνώμη από τους θεατές, λέγεται κατ’ ιδίαν στον κολλητό που μας κάλεσε και όχι ανοιχτά από όλους σε όλους. Για αυτό βέβαια ό,τι μαθαίνουμε (αν το μαθαίνουμε) το μαθαίνουμε εκ των υστέρων, από τα διαπεπραγμένα λάθη μας (αν τα πάρουμε χαμπάρι).

Καλλιτέχνες υπάρχουν πολλοί, λίγοι καλοί, αλλά, όλοι (συνειδητά ή όχι, σωστά ή λάθος) ασχολούνται με κάτι που τείνει προς το τέλειο. Έτσι, όσο καλός και να είσαι ως καλλιτέχνης χρειάζεσαι κάποια στιγμή τη γνώμη του άλλου, εκτός αν είσαι «θεός», που δεν το νομίζω.

Όσο και αν το καλλιτεχνικό έργο μιμείται την τελειότητα του κόσμου ("μίμηση πράξεως τελείας"), η τελειοποίησή του χρειάζεται το βλέμμα του άλλου και τη συνεργασία του. Το είδα να συμβαίνει στην πράξη, κάπου στο Ράινικεντορφ (μιαν άσημη περιοχή).

Friday, November 30, 2007

Βερολίνο Α.Ε. - Αποτελέσματα Τριμήνου

Είμαι τρεις μήνες σερί όλο το φθινόπωρο εδώ Βερολίνο καρακέντρο (Μίττε), χωρίς να κουνηθώ ούτε μέχρι το Πότσνταμ να πάω. Η σχέση μου με την πόλη παραμένει σταθερά ερωτική, αφού συνεχίζει να με γοητεύει, παρά τις κάποιες επιμέρους απογοητεύσεις.

Μία από αυτές είχε να κάνει με τη ποιότητα των Ελλήνων εδώ, που δεν ήταν και τόσο το κάτι άλλο, όπως έγραφα ξεροχύνοντας από βερολινόκαυλες.
Η άλλη είναι από την έντονη τουριστικοποίηση της πόλης, που εκτός ότι ανεβάζει συνεχώς τις τιμές, αρχίζει να μαζεύει περισσότερο περίεργους παρά ψαγμένους.
Όταν έμαθα, μάλιστα, ότι το Lifo έκανε αφιέρωμα στο Βερολίνο με εξώφυλλο το παλούκι του (έτσι λέμε εμείς τον Funkturm που υψώνεται στο Αλεξάντερπλατς), τότε πραγματικά ανησύχησα για το τι ψώνια θα μαζευτούν.

Βέβαια, η αρχιτεκτονική του είναι τέτοια που δεν κινδυνεύει άμεσα από τις ορδές που φοβάμαι εγώ (σαν υστερική κυρία που δεν θέλει να της χαλάσουν την ησυχία της).

Παρόλα αυτά, ακούγονται κάποια ανησυχητικά σενάρια για αξιοποίηση των όχθων του ποταμού Spree, που το διασχίζει, και για τα οποία υπάρχει έντονη κινητοποίηση των αυτόνομων για να ματαιωθούν. Άντε, να ανάψουν τα αίματα, διότι όντως για αυτό το θέμα αξίζει να πέσει ξύλο, και θα κατέβω κι εγώ «παραλία» να τα σπάσω, αν τολμήσουν να φέρουν μπουλντόζες.

Εκεί λοιπόν που λέω, φτάνει, να μην έρθουν άλλοι τουρίστες, εκεί λέω, ελάτε παιδιά τώρα να το χαρείτε, γιατί μπορεί σε λίγα χρόνια να το κάνουν Λονδίνο, που λέει ο λόγος, και γάμησέ τα.

Παρεμπιπτόντως, όσοι θα ρθείτε Χριστούγεννα στο Βερολίνο μη χάσετε την έκθεση vom Funken zum Pixel στο Martin-Gropius-Bau.

Δεν συνηθίζω να συστήνω εκθέσεις ούτε είμαι πολύ της καλλιτεχνίας, αλλά αυτή μου έκανε κάτι. Μου μετέδωσε αυτό που θα έλεγα θρησκευτική εμπειρία σήμερα που δεν μασάμε με φτερωτούς δράκους και Αϊ Γιώργηδες καβάλα στο άλογο. Ειδικά η εγκατάσταση με τον σκοτεινό θόλο όπου σε όποιο σημείο κοιτάς εμφανίζονται εικόνες σαν από βυζαντινή τοιχογραφία, είναι πολύ κοντά σε αυτό που θα μπορούσε να είναι ένας εκκλησιαστικός τόπος στην εποχή των Pixel. Το ενδιαφέρον της έκθεσης βρίσκεται στο ότι συνδυάζει υψηλή τεχνολογία και αισθητική για να επιτύχει ένα σχεδόν μεταφυσικό αποτέλεσμα.

Πάντα το έλεγα ότι η τέχνη (πρέπει να) είναι χώρος μιας μεταφυσικής εμπειρίας που ενώνει στιγμιαία τον πεπερασμένο άνθρωπο με το άπειρο Αυτό με έναν φευγαλέο ασπασμό ολοκλήρωσης - φευγαλέο, όπως η ζωή.

Wednesday, November 28, 2007

τίποτε όρθιο

Μου είπαν για τον χαμό που γίνεται με τον Λαζόπουλο στην Ελλάδα και έκατσα να δω Αλ Τσαντίρι στο greek-movies , από περιέργεια. Γέλασα με τις εξυπνάδες του και κάποιες ατάκες, αναγκάστηκα να γελάσω με τα βίντεο της πλάκας που χρησιμοποιεί (όπου γελάς αναγκαστικά), βαρέθηκα το μελό του (και τη μελοποίησή του), εντυπωσιάστηκα με την ετυμολογία του και την καταγγελτική του τόλμη, και ξάπλωσα να κοιμηθώ σαν ευχαριστημένος ‘Ελλην τηλεθεατής που παρέα με τον Λάκη καταφέραμε να τους κράξουμε όλους δημοσίως ατιμωρητί (εκτός από τον εαυτό μας).

Το πρωί που ξύπνησα είχα μια στυφή γεύση, σαν να είχα φάει μάπα καρπούζι, από «γύφτο». Όσο και να έπλενα τα δόντια, η στυφάδα δεν έλεγε να φύγει. Κάτι με χαλούσε και έψαξα να το βρω.

Δεν ήταν το ότι ο Λαζόπουλος χρησιμοποιούσε έτοιμο τηλεοπτικό υλικό από πεπραγμένα άλλων για να τα κοροϊδεύει (και δεν παρήγε δικό του πρωτότυπο υλικό), διότι έκανε σάτιρα, όχι κωμωδία.

Στην κωμωδία δημιουργείς, στην σάτιρα καταστρέφεις, και πολύ καλά κάνεις, αφού οι άνθρωποι όλο μαλακίες κάνουν στην τελική. Μόνο που όταν το κάνεις αυτό χωρίς αυτοσαρκασμό, αφήνεις να εννοηθεί ότι εσύ είσαι υπεράνω της γελοίας ανθρωπότητας, ο μόνος τελικά που αξίζει, ενώ οι άλλοι είναι της πλάκας.

Έτσι, όμως, προκύπτουν κάποια ερωτήματα:

Αν εσύ αξίζεις, γιατί αξίζεις, ποιος είσαι και από ως που κι ως που το παίζεις οσία παρθένα ενώ οι άλλοι είναι κουφάλες;

Μήπως έχουμε πέσει σε περίπτωση ταξιτζή που αφού μας καταγγείλει όλα τα στραβά της κοινωνίας, στο τέλος μάς κλέβει;

Μήπως έχουμε την ολοκλήρωση του νεοελληνικού αρχέτυπου όπου όλοι φταίνε εκτός από εμάς; Γι' αυτό χτυπάει τέτοια νούμερα το Αλ Τσαντίρι; Επειδή οι νεοέλληνες αναγνωρίζουν σε αυτό τον εαυτό τους και μάλιστα τους αρέσει πάρα πολύ;!

Μήπως έτσι έχουμε μιαν ύπουλη κολακεία κρυμμένη πίσω από μια επιφανειακή καταγγελία; Ή έναν Βουγιουκλακικό ναρκισσισμό πίσω από τη γενειοφόρα μάσκα του Αριστοφάνη;

Και μια που είπαμε για Αριστοφάνη, όσο και να μου αρέσει, πάντα ήμουν καχύποπτος με τον λαϊκισμό του, που, μην ξεχνάμε, βοήθησε στην θανατική καταδίκη του Σωκράτη.

Μόνο ο αυτοσαρκασμός τού κωμωδού μπορεί να προστατεύσει τη σάτιρά του από τον επικίνδυνο λαϊκισμό και να τη δικαιώσει σαν πράξη καταστροφής που δεν αφήνει τίποτε όρθιο και αναγκάζει τον ξερόλα άνθρωπο να πει «έν οίδα, ότι ουδέν οίδα».

Thursday, November 22, 2007

Sose Me

Otan exeis kanei la8h sth zwh sou, eisai 35 xronwn, gynaika, kai o xronos kylaei eis varos sou, ti perithwria exeis na epanorthwseis? Me ayto to erwthma, i tainia e3etazei ta oria twn dynatothtwn enos atomou kai thn anagkh tou allou. -2001 a' vraveio gynaikeias ermhneias Maria Zormpa

Monday, November 19, 2007

παραβάτης

Όταν δεν σου φτάνει ούτε ο χρόνος ούτε το χρήμα για να κάνεις αυτό που θέλεις στη ζωή σου, αφού έκανες τα πάντα για να το καταφέρεις, τότε δεν έχεις άλλη επιλογή - ή θα υποταχθείς στην πραγματικότητά σου ή θα γίνεις παραβάτης της.

Ό,τι έχω καταφέρει, το έχω καταφέρει ξε-κλέβοντας χρόνο και χρήμα.

Σύμφωνα με τις κοινωνικο-οικονομικές μου προδιαγραφές (παιδί φτωχής αγροτικής οικογένειας), δεν είχα πολλές ελπίδες. Αφού εξάντλησα κι αυτές που είχα χωρίς να καταφέρω αυτό που ήθελα, δεν μου έμεναν άλλα περιθώρια. Ή θα υποτασσόμουν στους νόμους της κοινωνικο-οικονομικής μου πραγματικότητας ή θα τους παραβίαζα. Προτίμησα το δεύτερο.

Friday, November 16, 2007

χιονίζει!

Βλέμματα σκυμμένα σε πληκτρολόγια, οθόνες και έγνοιες - ο καθένας τις δικές του. Ο χώρος μια απόσταση που πρέπει να διανύσεις για να πας στη δουλειά σου, στο μάθημα, στη γκόμενά σου, όχι για να τον περπατήσεις και να τον αισθανθείς. Αν κάνει κρύο θα ντυθείς καλά. Αν βρέχει θα πάρεις ομπρέλα.

Και τότε, χιονίζει!

Τα βλέμματα σηκώνονται. Κοιτάζουν έξω από παράθυρα, πέρα από οθόνες και πληκτρολογημένες προσδοκίες - ο καθένας τις δικές του. Κοιτάζουν το ίδιο. Τις νιφάδες που στροβιλίζονται στον αέρα και ραίνουν τον χώρο με χιονοπέταλα. Τότε μπορεί να κοντοσταθείς στον δρόμο, να κοιτάξεις για λίγο γύρω σου. Να νιώσεις για μια στιγμή πού βρίσκεσαι και όχι μόνο πού θέλεις να πας.

Monday, November 12, 2007

ο θάνατός μου από ένα κρυολόγημα

Εντάξει, δεν πέθανα, ένα απλό κρύωμα ήταν, από τα συνηθισμένα, αλλά αυτή τη φορά, μιλάμε, όταν ήρθε μου έδωσε μια ζωντανή εμπειρία θανάτου. Λέω «ζωντανή» γιατί αν ήταν «πεθαμένη» και πέθαινα κανονικά, δεν θα μπορούσα να την πω εμπειρία ακριβώς. Οι πεθαμένοι δεν νομίζω ότι συλλέγουν εμπειρίες, κι εγώ είμαι ακόμη ζωντανός. Απλά ήμουν λίγο κρυωμένος.

Ανέβαινα την Καστάνιεν Αλέ, από Ροζεντάλερ Πλατς, όταν ξαφνικά ένιωσα τα πόδια μου να σέρνονται, την ανάσα μου να κόβεται, οι ήχοι γύρω μου να γίνονται απόμακροι και οι εικόνες να χάνουν τη φωτεινότητά τους.

Όλα γύρω μου κινούταν κανονικά. Το τραμ ανέβαινε τη μικρή ανηφόρα κουδουνίζοντας για να απομακρυνθούν δύο ποδηλάτες που τα λέγανε οδηγώντας πάνω στις ράγες, μια μαμά κυλούσε το καροτσάκι με τα δίδυμά της στην κατηφόρα, οι εργάτες απέναντι στο παρκάκι του Weinsberweg συνέχιζαν τις εργασίες καλλωπισμού που γίνονται με την ελπίδα να φύγουν από εκεί οι «ντήλερς», ένας τύπος πήγαινε βιαστικός φορώντας πάνω από τη τραγιάσκα του ακουστικά γουόκ μαν.

Όλα ήταν εκεί. Εγώ όμως ένιωσα να απουσιάζω, να φεύγω με fade out από τη σκηνή, να χάνομαι, σαν να πεθαίνω.

Τότε σκέφτηκα τι ωραία που είναι έτσι ο θάνατος, να έρχεται φυσικά, από μια απλή αρρώστια που σε βρίσκει στα γεράματα, σε εξαντλεί και σε παίρνει από αυτόν τον κόσμο, χωρίς δράματα.

Έτσι, απλά και ήσυχα να φεύγεις από αυτόν τον κόσμο, αλλά αυτός να συνεχίζει το δρόμο του. Τα τραμ να ανεβαίνουν, τα καροτσάκια να κατεβαίνουν, ποδηλάτες να πηγαίνουν παρέα, εργάτες να καλλωπίζουν «ντήλερς», τραγιάσκες να φοράνε ακουστικά.

Ναι έτσι μπορώ να πεθάνω.

Monday, November 5, 2007

Η "νοημοσύνη του ζευγαρώματος"

έτσι γράφει ένα άρθρο στα Νέα ότι είναι ο όρος που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες για να ταξινομήσουν τις μεθόδους που επιστρατεύουν τα δύο φύλα στο παιχνίδι τους.

Επ' αυτού, είπα να καταθέσω και εγώ τη δική μου επιστημονική εμπειρία που λέει ότι ο έρωτας ξεπερνάει όλες τις ταξινομήσεις και δεν παίζεται.

Παρόλο που από το η Αγάπη είναι Ελέφαντας έχω δείξει ότι δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τον έρωτα, η ταινία δεν λήφθηκε σοβαρά υπόψη από την επιστημονική κοινότητα διότι χαρακτηρίστηκε από τη "σοβαρή" κριτική ως φτηνή σεξοκωμωδία που δεν διαπραγματευόταν τα θέματα του ολόψυχου έρωτα, αλλά μόνο του σαρκικού.

Εδώ θα πρέπει να πω ότι οι επιστήμονες κατά κόρο ανάγουν το έρωτα σε μια σωματική λειτουργία που γίνεται στη ψύχρα για αναπαραγωγή του είδους με δαρβινικούς όρους, χωρίς καμία άλλη μαγεία, αλλά αυτούς κανείς δεν τους κατηγορεί για φτηνή δαρβινολογία.

Η αλήθεια είναι ότι το θέμα σε αυτήν τη ταινία ήταν πιο πολύ το σεξ, αλλά το παρουσίαζε σαν μια πολύ σοβαρή παράμετρο των ερωτικών σχέσεων και μάλιστα τόσο αστάθμητη που να τις ανατρέπει κωμικά.

Βέβαια, όσο μεγάλη και να είναι η δύναμη του σεξ, δεν συγκρίνεται με τον ολόψυχο έρωτα ή "καψούρα" στην καθομιλουμένη. Εκεί είναι που τα δίνεις όλα, και δεν σου μένει τίποτε.

Αυτό το σημείο, του ολόψυχου καψουρο-έρωτα, σηματοδοτεί αναντίρρητα το ανώτερο στάδιο της ερωτικής εξέλιξης. Πιθανόν αυτό να αποζητούν όλοι κατά βάθος όταν αρχίζουν να ερωτοτροπούν ξεκινώντας είτε από ένα ρομαντικό αίσθημα είτε από μια αδυσώπητη σηκωμάρα.

Ακόμη και οι μεγαλύτεροι πόρνοι και πόρνες που έχω γνωρίσει θα ήθελαν τελικά να τα δώσουν όλα σε κάποιον, για να μη τους μείνει μετά τίποτε και έτσι να απαλλαγούν από το βάρος της ύπαρξης τους ώστε να πετούν ανεμπόδιστα στα ύψη.

Στην ερωτική κλίμακα υπάρχουν διάφορα σκαλιά ανόδου μέχρι τα ουράνια, αλλά μόνο ο ολόψυχος καψουρο-έρωτας μπορεί να σε πάει εκεί εξαερώνοντας το εγώ σου, αφού το φτάσει στο τελευταίο σκαλί πέρα από το οποίο δεν έχεις από που αλλού να πιαστείς παρά μόνο από αυτόν ή αυτήν που είσαι ερωτευμένος/η.

Σε αυτό το τελευταίο σκαλί, όσα ήξερες έχουν τελειώσει και καμία γνώση δεν μπορεί να σε συμβουλεύσει τι να κάνεις. Είσαι εκεί, μπροστά σε ένα ιλιγγιώδες κενό, στο οποίο μπορεί να πέσεις και να καταβαραθρωθείς ή να υπερίπτασαι χάνοντας τη βαρύτητα σου. Εκεί, σε αυτο το σημείο, είσαι στο έλεος αυτού ή αυτής που αγαπάς.

Αυτός ή αυτή τότε αποκτούν μια σημασία κοσμογονική και τους θεωρούμε πλάσματα κατά πολύ ανώτερά μας, (αλλιώς, γιατί να ανέβουμε τόσο ψηλά για να τα φτάσουμε).

Αν δεν θεωρείς τον άλλο ανώτερο των δυνατοτήτων σου δεν παθαίνεις ολόψυχο έρωτα ούτε είσαι έτοιμος να τα δώσεις όλα για αυτόν και να την κάνεις από το τελευταίο σκαλί για τα ουράνια (ή το κενό).

Ο άλλος βέβαια είναι στην πραγματικότητα ένας κοινός θνητός, με τα καλά του και τα κακά του, όμως εσύ όχι μόνο δεν βλέπεις τα κακά, αλλά δεν βλέπεις ούτε τα καλά, διότι ο άλλος είναι πέραν του καλού και του κακού. Είναι ο κόσμος όλος.

Είναι προφανές ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια υπερβολή, αλλά κακά τα ψέματα, χωρίς αυτήν την υπερεκτίμηση του άλλου, Έρωτας με το Ε κεφαλαίο δεν νοείται.

Αν λοιπόν ο Έρωτας δε μπορεί να συμβεί παρά μόνο μέσα από μια υπερεκτίμηση του άλλου, τότε καταλαβαίνετε αμέσως το πρόβλημα που προκύπτει όταν περνάμε στο θέμα του ζευγαρώματος και αναζητούμε το τέλειο ζευγάρι, όπου και οι δύο να είναι ερωτευμένοι.

Τώρα μπορείτε να είστε σίγουροι: Ο αμοιβαίος έρωτας είναι τόσο σπάνιος όσο είναι και η αμοιβαία υπερεκτίμηση.

Thursday, November 1, 2007

εν αρχή ην... ένα παιδί


Αν υπάρχει κάτι που θα έδινα τη ζωή μου, αυτό είναι το παιδί μου. Δεν θα πέθαινα για καμιά ιδέα, και έχω πολλές. (Άσε που για καμιά ταινία από όσες έχω στο μυαλό μου δεν θα έδινα δεκάρα μπροστά στις ιδέες που τις γέννησαν)

Ακόμη και η ύστατη όλων των ιδεών μου (η αναφορά μου σε Αυτό), είναι αέρας κοπανιστός μπροστά στην παρουσία της καινούργιας ζωής που μου κλήρωσε να υπηρετώ ως πατέρας.

Αυτή οριοθετεί το απόλυτό μου. Όλα τα άλλα είναι σχετικά.

Ένα παιδί είναι ένα θαύμα που ταπεινά προσκυνώ. Προέρχεται από το ίδιο που γέννησε και μένα και τον καθένα. Αγγίζει τη μήτρα τού Είναι, μπροστά στην οποία κανένα δέος δεν είναι κατανυκτικότερο, ούτε ο ίδιος ο έρωτας, όσο και αν είναι φυσική προϋπόθεση της γεννήσεως του.

Άμα τη εμφανήσει του παιδιού ο έρωτας αποδεικνύεται ότι δεν είναι παρά αυτό ακριβώς: μια προϋπόθεση που παραχωρεί τη θέση της στην υπόθεση του.

Κανένα έργο τέχνης δεν συγκρίνεται και κανένα θεώρημα δεν ανάγεται στην ασύλληπτη παρουσία ενός παιδιού στα χέρια μου εκ του μη όντος. Τίποτε δεν αρκεί να το εξηγήσει και όλες οι εξηγήσεις μου υστερούν μπροστά του.

Μέσα απο αυτό συνδέομαι με τον άφατο Λόγο Αυτού και δεν μπορώ να πω τίποτε ανώτερό του ούτε να κάνω κάτι καλύτερο από αυτό.

Υπάρχουν πολλοί που δεν έχουν παιδιά, για διάφορους λόγους, αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να είναι ανοιχτοί προς το Είναι και έτοιμοι να ξεπεράσουν το εγώ τους για να συνδεθούν με Αυτό, έστω και άν κάτι τέτοιο δεν τους τίθεται τόσο επιτακτικά όπως αν είχαν ένα παιδί που έκλαιγε στην αγκαλιά τους. Αυτοί είναι ακόμη πιό ποιητικοί, από όσους "ποιητές" αγνοούν τα παιδιά τους.

Όσοι αγνόησαν τα παιδιά τους νομίζοντας ότι έχουν να πουν ή να κάνουν κάτι σημαντικότερο από αυτά, απέτυχαν στο πιο ουσιαστικό από όλα, όσο και αν πέτυχαν να διακριθούν στα επιμέρους πεδία δράσης τους. Έμειναν κλεισμένοι σε ένα εγώ αποσυνδεδεμένο από το Είναι.

Το να βάλεις κάτι πάνω από το παιδί σου είναι απόδειξη ενός εγωισμού που αδυνατεί να ξεπεραστεί και να αγαπήσει κάτι πέρα από τις ιδέες του, που δεν είναι τελικά παρά εμμονές του.

Όποιος έβαλε το έργο του πάνω από το παιδί του, μόνος ήρθε και μόνος έφυγε από αυτή τη ζωή.

Από την άλλη, όποιο παιδί δεν αγαπήθηκε ήρθε μεν μόνο σε αυτή τη ζωή, αλλά δεν είναι ανάγκη να φύγει και μόνο.

Monday, October 29, 2007

η βερολινέζικη σύναξη των ωραιοθυλάκων*

Όταν ξεκίνησα αυτό το μπλογκ το ονόμασα εδώ Βερολίνο όχι για να βερολινολογήσω αλλά από μια διάθεση συντονισμού με τους ανά τον κόσμο αυτοεξόριστους, κι ακόμη περισσότερο με αυτούς που βρίσκονται εδώ.

Παρόλο που ξανάπιασα το μπλογκ μετά το καλοκαίρι από άχτι (αρχικά, και φιλοσοφική διάθεση μετά), χωρίς καμία όρεξη να γράφω ρεπορταζάκια της καθημερινότητάς μου, (που τα σκυλοβαριέμαι, και από τα οποία βρίθουν τα μπλογκ), θα κάνω μια εξαίρεση για να βερολινολογήσω μετά από ένα τριήμερο που ήμουν συνεχώς στη γύρα.

Το γλυκό φθινόπωρο γύρω μου, τα απανωτά σκιρτήματα του έρωτα που νιώθω για αυτήν την πόλη ακόμη (μετά από τρία χρόνια) και ο ωραίος κόσμος που έχει μαζευτεί εδώ από όλο τον κόσμο (και τον τελευταίο καιρό από Ελλάδα), με ωθούν να το υμνήσω, έστω και αν αυτό μπορεί να προκαλέσει τον φθόνο κάποιων φίλων που δεν είναι εδώ.

Αλλά τι να κάνουμε παιδιά; Είναι και γαμώ τις πόλεις, και πολύ καλύτερη από τα Λονδίνα, Παρίσια και Λος Άντζελες που επισκέφτηκα το τελευταίο εξάμηνο. Το Βερολίνο έχει μια καταπληκτική ισορροπία με το να είναι μητροπολιτικό κέντρο από τη μια και από την άλλη να παραμένει ήσυχο, χαλαρό, πράσινο, άνετο και (ακόμη) φτηνό.

Καλά θα κάνετε να’ ρθετε κι εσείς, να γίνουμε πολλοί, όπως ήρθαν και τόσοι σκαστοί από όλα τα μέρη της Ελλάδας, έτσι που πάει να γίνει α λα Παρίσι στη χούντα, (τότε, που είχαν μαζευτεί εκεί διάφοροι αντιστασιακοί και ωραίοι τύποι).

Δεν ξέρω τι θα γίνει με αυτήν τη βερολινέζικη σύναξη των ωραιοθυλάκων* που το σκάνε προς τα εδώ δραπετεύοντας από τη νεοελληνική δικτατορία της ασχήμιας. Μπορεί να είναι μόνο μια φυγή και να μη καταφέρει να παράγει κάτι σταθερό, με προοπτική, εδώ "στα ξένα".

Αυτό που ξέρω είναι ότι αυτή η σύναξη έχει μια απίστευτη εαρινή αίσθηση μέσα στο καταφθινόπωρο, που είναι άκρως μεθυστική, έστω και αν αποδειχτεί θνησιγενής.

Ως γνωστόν, τα άνθη αργά ή γρήγορα πέφτουν και στη θέση τους κανονικά έρχονται οι καρποί. Θα έρθουν όμως στην περίπτωσή μας; (Ειδικά που έρχεται καπάκι χειμώνας, τι θα κάνουν όσα παιδιά δεν έχουν λεφτά; Διότι το Βερολίνο είναι μεν γαμάτο, αλλά άφραγκο).

Από τη μια, λέω, δεν μπορεί, όλοι αυτοί οι ταλαντούχοι αυτοεξόριστοι - χορευτές, μουσικοί, επιστήμονες, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, προγραμματιστές, συγγραφείς, φωτογράφοι, εικαστικοί, διδακτορικογράφοι, μεταπτυχιακοί, κλπ - κάτι θα καταφέρουν να σκαρώσουν στην «εξορία», όσοι σκαλώσουν βέβαια εδώ, (γιατί κάποιοι είναι για πίσω).

Αλλά από την άλλη, λέω, και τίποτε να μη γίνει και όλο αυτό να αποδειχτεί μια εφήμερη βερολινέζικη ανθοφορία, που ευωδίασε για λίγο, όσο να πάρουμε μια άλλη μυρουδιά έξω από τη μπόχα της αθηναϊλας, είναι ωραίο που τη μυριστήκαμε!

* "ωραιο-θύλαξ" είναι ο θύλακας ενός αντιστασιακού ωραιο-ατόμου, το οποίο αντιστέκεται στην επέλαση της ασχήμιας δίνοντας μάχη από τον θύλακά του υπέρ του ωραίου. (Είδες τι γράφεις άμα έχεις βερολινόκαυλες;!)

Friday, October 26, 2007

σύντομη ιστορία των ιδεών σε τρεις αράδες

μυθολογική περίοδος - Όταν ο πρωτο-άνθρωπος άρχισε να συντάσσει γενικές θεωρίες για τον κόσμο που ζούσε, για να συνταχθεί αρμονικά με αυτόν, και όχι μόνο να μελετάει πώς να ξετρυπώσει το λαγοκούνελο πριν την αλεπού, για να το κάνει μπάρμπεκιου με κάρβουνα από κεραυνό, χρησιμοποίησε μυθικά στοιχεία προκειμένου να εικονογραφήσει όσα η γνώση και η γλώσσα του πηδούσαν αλλά δεν έφταναν.

ορθολογική περίοδος - Όταν η γνώση και η γλώσσα καρδαμώθηκαν και έπιασαν αρκετά που ήταν κρεμαστάρια, κλόνισαν τις μέχρι τότε μυθο-γενικές θεωρίες και γκρέμισαν τους καλοταϊσμένους με χρυσά τάματα και ιερά σφακτά θεούς τους. Τη θέση των ιερέων πήραν τότε διάφοροι φιλόσοφοι που επιχειρηματολογούσαν εξαντλητικά για το ποιανού γενική θεωρία είναι πιο λογική και αν υπάρχει τέτοια ή μήπως να αράξουμε στα κιλά μας και να κοιτάμε μόνο την πάρτη μας.

σύγχρονη περίοδος - Σήμερα έχει επικρατήσει η για την πάρτη μας φιλοσοφία, που έχει γεμίσει τα ράφια με προμαγειρεμένα λαγοκούνελα και έχει στείλει την αλεπού αδιάβαστη. Επειδή όμως ο νεο-άνθρωπος, όπως και ο πρωτο-άνθρωπος, δεν αρκείται στο τι θα φάει και θα χέσει, αλλά έχει και μετα-φυσικές ανάγκες, ξαναγυρνάει στη θεολογική περίοδο για να τις καλύψει, αφού η σύγχρονη φιλοσοφία όχι μόνο δεν τις διαπραγματεύεται πλέον, αλλά ούτε που του τις αναγνωρίζει.

Έτσι η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Sunday, October 21, 2007

Αυτό

Ο άνθρωπος δεν είναι αυθύπαρκτος και γι’ αυτόν τον λόγο δεν μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί. Υπάρχει πάντα σε σχέση με κάτι πέραν αυτού, κάτι που τον ταΐζει, τον ποτίζει, του δίνει τα μέσα να ζει, και το οποίο κάτι, με τη σειρά του, υπάρχει σε σχέση με κάτι άλλο κι αυτό με κάτι άλλο. Μόνο το Όλον όλων αυτών είναι αυθύπαρκτο και αυτοπροσδιορισμένο.

Όπως όλα, έτσι και ο άνθρωπος είναι μέρος του Όλου, υπάρχει εξ αυτού και δι’ αυτό, το οποίο πάντα θα αγνοεί, αφού δεν πρόκειται ποτέ να μάθει τον λόγο που αυτό υπάρχει και του δίνει ζωή για κάποιον δικό του Λόγο.

Αυτό που τον ξεπερνά και τον καθορίζει είναι λογικά αδύνατο να το προσδιορίσει ο άνθρωπος και να το ονομάσει με οποιαδήποτε λέξη το συγκεκριμενοποιεί. Το μόνο που μπορεί και πρέπει είναι να προσδιοριστεί ο ίδιος ως προς αυτό, αναφερόμενος σε αυτό υπαινικτικά με μια λέξη όσο περισσότερο γενική και ουδέτερη γίνεται, όπως η λέξη «Αυτό».

Οποιαδήποτε απόπειρα του ανθρώπου να προσδιορίσει Αυτό, περιορίζοντάς το μέσα στα όρια της ανθρώπινης νόησης και γλώσσας για να το οικειοποιηθεί (π.χ. με τις ανθρωπόμορφες θρησκείες), σηματοδοτεί και μιαν καταχρηστική αρχή, που έχει σαν πρακτική συνέπεια μια σειρά καταχρήσεων με δράστη αυτόν που θεωρεί ότι κατέχει την ολότητα Αυτού, οπότε στρέφεται με ευκολία εναντίον κάθε τι άλλου που θεωρεί ξένο, είτε αυτό είναι ένας άλλος άνθρωπος, είτε η υπόλοιπη φύση.

Από την άλλη, η απουσία αναφοράς του ανθρώπου σε Αυτό που τον καθορίζει και η εγκατάλειψη της προσπάθειας προσδιορισμού του ως προς την ολότητα Του, (π.χ. με τον δυτικό "ορθολογισμό"), τον παγιδεύει σε αδιέξοδες αυτοαναφορικότητες και εγωισμούς, που οδηγούν σε ανταγωνισμούς εξίσου καταστροφικούς.

Η διέξοδος βρίσκεται στην ερωτηματική αναφορά του ανθρώπου σε Αυτό και στο άνοιγμα της νόησής του στην απροσδιόριστη ολότητα Του, έτσι ώστε να κινηθεί προς τη θέση που του αναλογεί εντός της, τείνοντας στα φυσικά του όρια και στην εκπλήρωση του προορισμού του.

Αν και δεν μπορεί να ξέρει ποιος είναι ο προορισμός του, αφού αγνοεί Αυτό που τον καθορίζει, μπορεί να τον υποθέσει ως τον λόγο που γνωρίζει ό,τι γνωρίζει, μιας και δεν επέλεξε αυτός να είναι έλλογο ον, αλλά είναι έλλογος για κάποιον λόγο πέραν αυτού.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον Λόγο του λόγου του, πρέπει να συνεχίσει να γνωρίζει, προσανατολισμένος σταθερά στο άγνωστο Αυτό και διαθέτοντας το διανοητικό του χάρισμα στην εννόηση όσων είναι προορισμένος να εννοήσει και στην ανάλογη τροποποίηση της στάσης του.

Εφόσον Αυτό μένει σταθερά ανοικτό στη νόηση ως ερωτηματικό και δεν περιορίζεται από καταχρηστικούς προσδιορισμούς, ούτε καταπνίγεται σε αυτοαναφορικές εσωστρέφειες, δίνει στον άνθρωπο την προοπτική τής ολοκλήρωσής του κινητοποιώντας τον πέραν της υφιστάμενης πραγματικότητας του, η οποία τον περιορίζει σε κάτι λιγότερο από αυτό που μπορεί να είναι ως έλλογο ον.

Tuesday, October 16, 2007

η οικολογία στο υπόγειο της Λόλας

Xθες ήταν, λέει, ημέρα κατάθεσης προτάσεων από τους ανά τον κόσμο μπλόγκερς για ζητήματα οικολογίας.

Μιας και τα ζητήματα της οικολογίας δεν τελειώνουν σε μια μέρα, είπα κι εγώ να δράσω σήμερα ως Βερολινόκαυλες και να υποβάλλω τις βερολινοκαυλοπροτάσεις μου (μακρινάρια η γερμανική γλώσσα!).

Θα ξεκινήσω με μια φιλοσοφική παρατήρηση πριν περάσουμε στην «πράξη», (τη σεξουαλική, εννοείται, αλλιώς τι Βερολινόκαυλες θα είμασταν).

Το οικολογικό πρόβλημα ξεκινάει από μια βαθύτερη διαταραχή στη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο, που οφείλεται στην επικράτηση της πρακτικής-χρηστικής στάσης του ανθρώπου απέναντί του, εις βάρος της ποιητικής-ουσιαστικής σχέσης μαζί του. (Η πρακτική-χρηστική στάση επικράτησε γιατί αυτό ακριβώς επιζητούσε: την επικράτηση.)

Όμως, και τα μέχρι τώρα οικολογικά κινήματα υποκύπτουν στη ίδια χρηστική λογική, έστω κι αν το κάνουν για το καλό μας, αφού, το καλό το βλέπουν από ωφελιμιστική άποψη. (Μάλλον, αυτό οφείλεται στην επικράτηση της αγγλοσαξωνικής ωφελιμιστικής σκέψης στον χώρο των ιδεών).

Γι’ αυτό, η πολιτική που ακολουθούν είναι κυρίως πρακτική και αφορά μέτρα ποσοτικού περιορισμού στην κατα-χρηστική στάση του ανθρώπου. Για τη χρηστική δεν λένε πολλά. (Είναι σαν να θέλουν να κάνουν τον καπιταλισμό λειτουργικό, ενώ το πρόβλημα βρίσκεται στον ίδιο τον καπιταλισμό.)

Δεν λέω, καλά κάνουν ό,τι κάνουν (και τo υποστηρίζω, ως καλύτερo από το τίποτε), αλλά αυτό που κάνουν είναι περιορισμένης ισχύος και αποτελεσματικότητας, διότι τους διαφεύγει η ουσία.

Για τις Βερολινόκαυλες, ως τέτοιες που είναι, η ουσία είναι η συνουσία, και στα οικολογικά ζητήματα.

Έχετε σκεφτεί πόσες μετακινήσεις γίνονται, πόση κατανάλωση πέφτει, τι μεζονέτες επιπλώνονται, πόσα μεγαθήρια ορθώνονται, τι αυτοκρατορίες χτίζονται (και άλλες γκρεμίζονται), τι βίλες ξεφυτρώνουν, πόσες ταινίες γυρίζονται, τι δραστηριότητες προβάλλονται, πόση σπατάλη επιδεικνύεται και τί μόλυνση όλα αυτά προκαλούν, μόνο και μόνο για να επιτύχει ο μεγαλεπήβολος άνθρωπος ένα απλό γαμησάκι με τον πλησίον του;

Όπου ο χ καυλωμένος αντί να καλέσει τη ψ καυλώστρα εις αμοιβαίαν τέρψην συνουσίας κομπλάρει και πρέπει να κάνει τόση φασαρία, να κορδωθεί με ένα σωρό τρόπαια και σύμβολα εξουσίας (από το ακριβό αμάξι μέχρι το φτηνό χαβιάρι) για να της επιβληθεί σεξιστικά και να της γαμήσει το κέρατο;

Διότι ο εν λόγω καυλωμένος χ, μέσα στο άγχος του σπασμωδικού του Εγώ (του ξεκομμένου από τη φύση), ξεχνάει ότι μπορεί και η ψ να έχει καύλες και ότι θα μπορούσαν μια χαρά να το κάνουν εύκολα δια της φυσικής οδού (ή και παρά φύση, στα μεγάλα κέφια), χωρίς τόσο κερατένιο δράμα.

Μπροστά στην κόμπλα τού Εγώ του, το πρώτο που έρχεται στο μυαλό τού κομπλεξικού ανθρώπου είναι η εξουσία, ως μια εξωτερική αίγλη που θα τον έβγαζε από τη δύσκολη θέση και θα έβαζε τον άλλον σε αυτήν.

Αυτή η εξωτερικότητα απομάκρυνε σκαλί σκαλί, πανωτόκι στο πανωτόκι, τον σύγχρονο άνθρωπο από τη φύση τόσο που να μη βρίσκει τρόπο να επιστρέψει.

Για την επιστροφή στη φύση θα βοηθούσε το γαμήσι, (παλιό και δοκιμασμένο), αν ξεκινούσε συν-ουσιαστικά, όχι εξ-ουσιαστικά, και μάλιστα από νεαρή ηλικία, πριν αρχίσουν να φυτρώνουν πλουτοκρατικές μεγαλομανίες στα μυαλά των αγάμητων εφήβων.

Για "πράξη" οικολογική , καυλώνουμε όλοι μαζί,

όχι στις βίλες των καπιταλιστών και στα μπιζού κάθε καριόλας,

ναι στα δωμάτια των φοιτητών και στα υπόγεια της Λόλας.

Friday, October 12, 2007

ψυχολογικά προβλήματα

Οι τηλεφωνικές συνομιλίες μου με κάποιους φίλους και συγγενείς από Ελλάδα ακούγονται τον τελευταίο καιρό γεμάτες παράσιτα και προσεισμικούς τριγμούς που έρχονται από βαθιά μέσα τους, από ψυχοφθόρες τριβές που τους κλυδωνίζουν και τους κάνουν επίφοβους για ψυχολογικά πατατράκ με τέτοια 8άρια που σε κάνουν ερείπιο.

Όσοι κατοικούν σε ψυχολογικά σεισμογενείς περιοχές θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στους τριγμούς τους.

Οι τριγμοί είναι σε άλλους βοεροί, με ισχυρές κρίσεις, (πανικός, κατάθλιψη, μανία, μανιοκατάθλιψη, παράνοια, ιδεοψυχαναγκασμός, κλπ.), και σε άλλους υπόκωφοι, με έρπουσες κρίσεις, (άγχος, φοβία, υστερία, νεύρωση, κλπ.), και εκδηλώνονται ποικιλοτρόπως -από διαταραχές ύπνου (αϋπνία ή υπνηλία), διατροφής (βουλιμία ή ανορεξία) και εξαερισμού (δύσπνοια ή δυσκοιλιότητα), μέχρι διαταραχές προσωπικότητας, σχέσεων και λογικής- ενώ, σετάρουν με ένα μάτσο ψυχοσωματικά συμπτώματα.

Δεν είμαι ειδικός στο ψυχοτραλαλά για να εκφέρω εμπεριστατωμένη γνώμη για το τι συμβαίνει ακριβώς σε αυτές τις περιπτώσεις και τι χρειάζεται για κάθε μία από αυτές, αλλά υπάρχουν κάποια γενικά χαρακτηριστικά στα προβλήματα της ψυχής τα οποία ξεκινούν από αυτό που πολύ απλά είναι η ίδια η ψυχή και πώς εμείς της αλλάζουμε τον αδόξαστο.

Στις Υποθέσεις Γενικής Θεωρίας, κεφάλαιο 9, υπο-θέτω την «ψυχή» σαν την πεμπτουσία της ενότητας που μας κρατάει στη ζωή, σαν αυτό δηλ. που ενώνει τα μέρη μας σε ένα οργανικό όλον, το οποίο αποκτάει ζωή και υπόσταση ως ζω-ον από αυτήν ακριβώς την ένωση των μερών του. Όταν αυτή η ενότητα χάνεται, η ψυχή φεύγει και το ζω-ον διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη.

Οπότε συμπεραίνω ότι:

«Γενικά, όσα ονομάζουμε ψυχολογικά προβλήματα δεν είναι παρά οξείς ενοχλήσεις της ψυχής, σαν ενότητας, από διαχωριστικές πράξεις και διασπαστικά βιώματα μας. Ενοχλήσεις που δεν τις εισακούσαμε και δεν τις σχετίσαμε, μέσω της συνείδησης, με τον λόγο μας, ώστε να τις δώσουμε έκφραση και διέξοδο.»

Και συμβουλεύω να δώσουμε λόγο στα συναισθήματά μας, διότι μέσω αυτών η ψυχή, ως ενότητα, μας ειδοποιεί αν είμαστε σε επαφή με το Είναι μας (συναισθήματα ευφορίας) ή μακριά από Αυτό (συναισθήματα δυσφορίας), διότι:

«Αν κωφεύουμε στα συναισθήματα μας, μη υπακούοντας στις εντολές τους, από κάποιο τραυματικό ψυχαναγκασμό, ή μη εκφράζοντας τα, από κάποιο εξωτερικό εξαναγκασμό, τότε, αυτά αντιδρούν ανάλογα με την πίεση που δέχονται. Άλλοτε πλημμυρίζουν και μας πνίγουν σε μια αδιέξοδη θλίψη (κατάθλιψη) ή σε μια βασανιστική υπερδιέγερση (μανία). Άλλοτε κλιμακώνονται σε εσωτερική κραυγή, που αν δεν την εκφράσουμε εκρήγνυται διαλύοντας το λογικό μας (παράνοια ή σχιζοφρένεια).»

Ακριβώς επειδή δεν στήνουμε αυτί στα συναισθήματά μας, έρχονται οι τριγμοί για να τα ακούσουμε και αν συνεχίζουμε να κάνουμε τα κουφάλογα τότε ακολουθεί το πατατράκ.

Δεν τρελαινόμαστε από τη μία μέρα στην άλλη, ούτε βαράμε μπιέλες αν ακούμε με προσοχή πώς δουλεύει ο ζωοφόρος κινητήρας μας.

Αν κάνουμε της ανήξερους ενώ αυτός αγκομαχάει θα μείνουμε στη μέση του δρόμου. Μετά θα τον τρέχουμε στους μηχανικούς και τους γκαραζιέρηδες, (αν υπάρχει βέβαια περίπτωση θεραπείας, γιατί δεν αποκλείεται να έχει πάθει καμία ανήκεστο). Αν είμαστε τυχεροί με τους θεραπευτές μας καλώς, αν πέσουμε όμως σε κανέναν άσχετο, τότε την κάτσαμε.

Γι'αυτό, το πιό σίγουρο είναι η έγκαιρη διόρθωση της πορείας μας όπως επιτάσσει η ψυχή μας, και να μην ακούμε κανέναν άλλον, αν θέλουμε να τα έχουμε καλά μαζί της.

Monday, October 8, 2007

ταινίες και ιδέες

Υπάρχουν κάποιοι αξιολογικοί κανόνες που μπορούν να έχουν γενικότερη ισχύ, πέρα από το αρχικό πεδίο εφαρμογής τους.

Έτσι, αυτό που έγραψα για το πώς να αξιολογούμε τα άτομα σε σχέση με τις ιδέες, θα μπορούσε μια χαρά να εφαρμοσθεί και για την αξιολόγηση των ταινιών.

Όχι μόνο γιατί οι ταινίες είναι προϊόντα ατόμων, όποτε επηρεάζονται από τη σχέση αυτών με τις ιδέες, αλλά και γιατί οι ίδιες έχουν μια δική τους ξεχωριστή παρουσία και μπορούν να αξιολογηθούν ατομικά, χωρίς αναφορά στους δημιουργούς τους, που μπορεί να μας είναι άγνωστοι.


Σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα, αυτό που κάνει μια ταινία αξιόλογη δεν είναι ο εαυτός της, είναι η σχέση της με κάποια αξιόλογη ιδέα. Είναι να θέλει να πει κάτι, πέρα από το πόσο «καλή» είναι, και αυτό το κάτι να είναι ενδιαφέρον.

Όχι να είναι καραμπαμπάμ ή ουάου ή «το κάτι άλλο» ως ταινία, αλλά να μην έχει να μας πει τίποτε .

Ούτε να διατείνεται ότι λέει κάτι, αλλά να μη βλέπεται .


Στην κραυγαλέα περίπτωση των δραχμοβόρων εμπορικών ταινιών, (που στήνονται σαν εισπρακτικές μηχανές, χωρίς κανένα κινηματογραφικό μεράκι), το ξεδιάλεγμα είναι εύκολο. Κάνουν μπαμ ότι η μόνη ιδέα που έχουν είναι πώς να γεμίσουν τα ταμεία, ώστε μετά οι exec-παραγωγοί τους να πάρουν προαγωγή σε chief και από εκεί σε CEO, με τη φιλοδοξία να παίξουν μια μέρα γκολφ με τον Prezident στο Καμπ Ντέηβιντ, που είναι και το απόγειό τους.

Σε αυτές τις κραυγαλέες περιπτώσεις απορώ γιατί μερικοί κριτικοί βρίσκουν κάποια ιδέα κρυμμένη πίσω από τις εφετζίδικες κατασκευές ή το κονσερβαρισμένο σασπένς αυτών των ταινιών, πέρα από τα φράγκα. Εκτός αν αυτοί οι κριτικοί τα παίρνουν, το οποίο είναι και το μόνο λογικό, αλλιώς έχουμε να κάνουμε με παντελώς βλάκες, το οποίο είναι πολύ πιθανό.


Εκεί που τα πράγματα μπερδεύονται είναι στις ταινίες που αποκλίνουν από τις ξεκάθαρα εισπρακτικές πατέντες και δεν σκοπεύουν μόνο να μαζεύουν τα φράγκα της αμόρφωτης πλέμπας, αλλά και τα αστεράκια της μορφωμένης.

Σε αυτές, στις οποίες πέφτει το καλλιτεχνικό μαγείρεμα, μπορεί να τρως φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Εδώ, η κριτική σκέψη πρέπει να είναι τόσο διεισδυτική που να πιάνει την κρυμμένη ιδέα τους.

Η ιδέα μιας ταινίας μπορεί να αναζητηθεί στον λόγο της δημιουργίας της.


Αν ο λόγος δημιουργίας μια ταινίας δεν είναι κάποια ιδέα, τότε θα πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία της ύπαρξής της κάπου έξω από αυτήν, σε αυτόν που την έκανε, για κάποιους δικούς του λόγους, με πιθανότερους…

…να κάνει ταινία για να πει ότι έκανε (περίπτωση πρωτοεμφανιζόμενων ή σπανιοεμφανιζόμενων)

…να βγάλει λεφτά για να πάρει σπίτι, είτε κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του (περίπτωση Ελλήνων) είτε βίλα στο Μαλιμπού (περίπτωση Αμερικάνων)

…να πηγαίνει σε φεστιβάλ για να γνωρίζει κόσμο, (περίπτωση φεστιβαλο-κυνηγών)

…να παίρνει βραβεία για να βγαίνει φωτογραφίες, να τον αναγνωρίζουν από τις φωτογραφίες για να μη χρειάζεται να συστήνεται ή ακόμη καλύτερα να έρχονται να του συστηθούν ή ακόμη πιο καλύτερα να βάζουν μέσο για να του συστηθούν, οπότε είναι άρχοντας, (περίπτωση αρχοντάνθρωπων).


Αν, από την άλλη πλευρά, ο λόγος δημιουργίας μιας ταινίας ήταν μεν μια ιδέα, αλλά η ταινία δεν μπόρεσε να σταθεί στο ύψος της και της γάμησε τα πρέκια στην πορεία, τότε, αλλού τα κακαρίσματα αλλού γεννούν οι κότες.

Επειδή έτυχε να μπλέξω με τα πίτουρα, ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο να δώσεις σε μια ιδέα υπόσταση, αλλά αν δεν της την δώσεις είναι ανυπόστατη, όπως, ανάλογα ανυπόστατη είναι και μια υπόσταση χωρίς ιδέα.

Friday, October 5, 2007

άτομα και ιδέες

Οι ιδέες έχουν μεγάλη ανυψωτική δύναμη για όσους τις πιστεύουν και επιβιβάζονται στο αφαιρετικό όχημά τους για να ταξιδέψουν, αλλά, για να έχουν ένα ασφαλές ταξίδι, θα πρέπει να προσέχουν πολύ καλά ποιοι είναι το πλήρωμα.

Το πλήρωμα κάθε ιδέας, (που μπορεί να είναι και ομαδικό, όταν η ιδέα πλοηγείται από όλους και όχι μόνο από κάποιους στο πιλοτήριο), αποτελείται από άτομα πολύ συγκεκριμένα, με σάρκα και οστά. Μπορεί η ιδέα να είναι μεγάλη, αλλά αυτά πολύ μικρά, και να μη μπορούν να αρθούν στο ύψος της, οπότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος γκρεμοτσακίσματος.

Η μικρότητα του πληρώματος μπορεί να διακυμαίνεται από μικροπρέπεια μέχρι ανικανότητα - ενδιάμεσα, αυτές οι δύο μπορεί να υπάρχουν σε διάφορους συνδυασμούς, άλλοτε με την μεγαλοπρέπεια και την ικανότητα (ικανά αλλά μικροπρεπή άτομα ή μεγαλοπρεπή αλλά ανίκανα), και άλλοτε μεταξύ τους (μικροπρεπή και ανίκανα άτομα, πακέτο).

Όποιος λοιπόν επιβιβάζετε στο όχημα μιας ιδέας πρέπει, μπαίνοντας μέσα, να κοιτάζει προσεχτικά ποιοι βρίσκονται εκεί. Ποιοι οι οδηγοί και οι συνοδηγοί, οι συνοδοί και οι συνταξιδιώτες του. Έναν έναν στα μάτια. Αλλά προσοχή. Πρέπει να κοιτά τα άτομα, όχι τις ιδέες που επικαλούνται. Αν αυτό που βλέπει στα πρόσωπά τους του εμπνέει εμπιστοσύνη τότε καλώς. Αν φάει τα μούτρα του θα τα έχει φάει γιατί είναι βλάκας, όχι απρόσεκτος.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι τα άτομα προηγούνται των ιδεών, διότι ένα άτομο που δεν έχει καμία ιδέα είναι παντελώς αδιάφορο. Δεν μας λέει τίποτε και δεν μας πάει πουθενά, επειδή στερείται της αφαιρετικότητας των ιδεών και της δυνατότητάς τους να μας πάνε κάπου πέρα από το συγκεκριμένο που ζούμε, την καθημερινότητα.

Ένα άτομο που δεν έχει καμία ιδέα, το πολύ που μπορεί να κάνει είναι να κάνει ιδέα τον εαυτό του και να θέλει μετά να ακολουθήσουμε το ανύπαρκτο μεγαλείο αυτής της ιδέας.

Θα πρέπει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά για τα άτομα που έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και κάνουν θέαμα τα έργα και τις ημέρες τους. Πολλά από αυτά είναι "μεγάλοι σκηνοθέτες" του εγωκεντρικού τους θεάματος, και πρέπει να εξετάζουμε διεισδυτικά αν πίσω από το ταρατατζούμ έχουν κάτι να μας πουν πέρα από το πόσο μεγάλοι είναι.

Σε αυτήν την περίπτωση, το ζητούμενο είναι η ιδέα και όχι το άτομο.

Επειδή, όμως, πολλές φορές, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι σε ποια περίπτωση έχουμε πέσει, θα πρέπει, για ένα ασφαλές ταξίδι, να προσέχουμε και τις ιδέες και τα άτομα.

Χρειαζόμαστε ιδέες για να μας ταξιδέψουν, αλλιώς θα βαλτώσουμε στην καθημερινότητα. Αλλά, θα φάμε τα μούτρα μας αν δεν προσέξουμε το μέσον με το οποίο θα ταξιδέψουμε, που δεν είναι άλλο από τα άτομα -τους φορείς των ιδεών. Που δεν είναι άλλο από εμάς τους ίδιους.

Wednesday, October 3, 2007

τα "απαυτά" μας και η πολιτική

Επειδή η πρόσφατη πολιτικολογία μου θέτει τα ατομικά κίνητρα σαν βάση όποιας πολιτικής θέλει να είναι σωστή, πρέπει να διευκρινήσω ποιο είναι το δικό μου αρχικό κίνητρο.

Το αρχικό μου κίνητρο είναι οι γυναίκες.

Δεν ξέρω για τους άλλους τι είναι αυτό που τους κοινωνικοποίησε (και κατά συνέπεια τους πολιτικοποίησε, αναγκαστικά και μη), εμένα πάντως ήταν «αυτό» που οι γυναίκες έχουν ανάμεσα στα πόδια τους.

Δεν είναι μόνο ότι «αυτό» με έβγαλε στον κόσμο (άρα, με κοινωνικοποίησε αναγκαστικά και μη), είναι ότι από μια ηλικία και μετά (από τα 7) ήθελα να ξαναμπώ σε «αυτό» που με έβγαλε στον κόσμο, για να με ξαναβάλει τώρα σε αυτόν και να είμαι μέσα στα πράγματα.

Επειδή δεν μου πήγαινε να χωθώ με το κεφάλι, όπως βγήκα, αλλά να χώσω το «αντ-αυτού» μου σε «αυτό», οι ισορροπίες μεγεθών με κατηύθηναν σε «αυτο»-φέρουσες παιδίσκες της ηλικίας μου πάνω κάτω (με κάτω τα 5 και πάνω τα 10).

Με αυτήν την πάνω-κάτω διακύμανση πορεύτηκα αθώα με τις γειτονοπούλες μου μέχρι τα 13 οπότε άρχισαν να ζώνουν οι καύλες τα «αυτά» μας και είμασταν έτοιμοι όσοι διατελούσαμε κατακαυλωμένοι να «απαυτωθούμε» κανονικά.

Εκεί πάνω, λοιπόν, στην πρωτόγνωρη καύλα συνέβη μια απορρύθμιση τής φυσιολογικά αναμενόμενης κανονικότητάς μας και μας τέθηκαν εξωτερικοί κανόνες παντελώς ακατανόητοι για το αθώο μου μυαλό. (Δεν αφορούσαν το πώς να «απαυτωθούμε» χωρίς γκαστριές και τέτοια – αυτό θα το καταλάβαινα.)

Ποιος ήταν αυτός που έθετε αυτούς τους κανόνες, εν ονόματι ποιού και γιατί; Έτσι, μοιραία, άρχισα να σκέφτομαι περί κοινωνίας και σκέψη με τη σκέψη έφτασα στην πολιτική. Φαίνεται ασύνδετο για όσους λένε "στα απαυτά μας η πολιτική", αλλά εμένα προσωπικά αυτό που με συνέδεσε μαζί της είναι αυτά ακριβώς τα «απαυτά» μας.

Friday, September 28, 2007

"αριστερά" και "δεξιά", σωστό και λάθος

Συζήτησα πολύ για την πολιτική τελευταία, με αφορμή τα γεγονότα στην Ελλάδα, και μου τέθηκε το ερώτημα τι προτείνω εγώ ως σωστό, πέρα από το να υποδεικνύω το λάθος.

Κατ’ αρχή, το ερώτημα της πολιτικής δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο ως προς την ελληνική πραγματικότητα, διότι είναι ευρύτερο. Η ελληνική πολιτική «σκηνή» έχει τις ιδιαιτερότητές της (οικογενειοκρατία, ευνοιοκρατία, αναξιοκρατία, κλπ.) αλλά οι βασικές της συνιστώσες εξαρτώνται από τις διεθνείς εξελίξεις, τόσο στην πολιτική πρακτική όσο και στη θεωρία.

Οι όροι «αριστερά» και «δεξιά» δεν νομίζω ότι είναι ελληνική ανακάλυψη, αλλά έρχονται από αλλού, (από τα έδρανα της γαλλικής προεπαναστατικής εθνοσυνέλευσης, νομίζω), όπως από αλλού προέρχεται και το σύνολο σχεδόν των πολιτικών όρων που χρησιμοποιούνται εν Ελλάδι. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα.

Το θέμα δεν έχει να κάνει με την ελληνικότητα ή όχι μιας πολιτικής πρότασης. Θα μπορούσε μια χαρά να είναι ελληνική και να γίνει διεθνής ή ανάποδα, εφόσον εξετάζει το ζήτημα της πολιτικής στις ουσιαστικές συνιστώσες του.

Το πολιτικό ζήτημα είναι διεθνές, εκ των πραγμάτων, ειδικά, σε μια εποχή παγκοσμιοποιημένη, όπου η αλληλεξάρτηση των εθνών μεταξύ τους και όλων μαζί με το φυσικό περιβάλλον καθιστά τις εθνικές πολιτικές αλληλένδετες.

Πάμε τώρα στην ουσία. Τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει; Ποιο είναι το σωστό;

Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το βασικό ερώτημα σε κάθε τι, και κυρίαρχα στην πολιτική, το οποίο με απασχόλησε διεξοδικά στις Υποθέσεις Γενικής Θεωρίας, όπου το εξετάζω "φιλοσοφικά", αφού είναι αδύνατο να κάνεις οποιαδήποτε σοβαρή πρόταση που να είναι προοπτικά σωστή, αν αυτή δεν βασίζεται σε μια εις βάθος θεώρηση του τι είναι το σωστό.

Είναι το ερώτημα το οποίο η τρέχουσα πολιτική θεωρία (και κατά συνέπεια η πολιτική πρακτική), δεν έχει εξετάσει σε βάθος, εξ ου και τα αδιέξοδα της πολιτικής, που την κάνουν ευάλωτη σε πιέσεις μεμονωμένων συμφερόντων.

Επ’ αυτού, θεωρώ ανεπαρκέστατες τις απαντήσεις τόσο της «αριστεράς», όσο και της «δεξιάς».

Η «αριστερά» μού λέει ότι σωστό είναι το «δίκιο του εργάτη». Σε αυτό έχει κολλήσει εδώ και δύο αιώνες, έστω και αν στον όρο εργάτη έχει προσθέσει η «ανανεωτική αριστερά» και κάθε άλλον αδικημένο. Πολύ καλά κάνει, και αυτήν ψηφίζω ελλείψει άλλου πολιτικού φορέα στο προσκήνιο, αλλά, πέρα από τη συναισθηματική συμπαράταξη υπέρ του αδικημένου, δεν ευσταθεί πολιτικά.

Η «αριστερά» δεν εξετάζει την ευθύνη του αδικημένου στην αδικία που υφίσταται παθητικά στην αρχή και την επιτρέπει να λάβει τέτοια έκταση ώστε να μη μπορεί να αντιδράσει μετά. - Της διαφεύγει η ευθύνη του ατόμου, διότι δεν βάζει το ατομικό στο κέντρο της προσοχής της, αλλά, το συλλογικό, το οποίο όμως μπορεί εύκολα να γίνει ένα μόρφωμα που καλύπτει την ανευθυνότητα και επιτρέπει την αναπαραγωγή της αδικίας.

Η "δεξιά" βάζει, μεν, το άτομο στο κέντρο (θεωρητικά), αλλά το κάνει ψευδο-φιλελεύθερα και όχι καθαρά. Παίζει «βρώμικα» το χαρτί του ατομισμού διότι δεν δέχεται να «ξαναμοιραστεί η τράπουλα» ώστε ο καθένας να μπαίνει στο παιχνίδι ως άτομο καθαρά και μόνο – δηλαδή, με ό,τι έχει από γεννησιμιού του, από τη φύση ή από τον «θεό» (που η δεξιά τόσο επικαλείται) – αφού, η δεξιά υπερασπίζεται τα κληρονομημένα προνόμια που διαθέτουν όσοι είναι παιδιά πλουσίων, οι οποίοι εκτός από άτομα έχουν και κάποια εκατομμύρια για να κάνουν παιχνίδι, ενώ οι άλλοι δεν έχουν μια.

Οπότε, η «δεξιά» καταλήγει θεματοφύλακας της «κληρονομημένης» αδικίας και η «αριστερά» υπέρμαχος ενός δικαίου που στο τέλος αναπαράγει την αδικία, επειδή, ούτε η μία ούτε η άλλη υποστηρίζουν ουσιαστικά τη θεμελιώδη συνιστώσα της κοινωνίας (δίκαιης ή άδικης), δηλαδή, το άτομο.

Εγώ θέτω το άτομο στη βάση της πολιτικής μου πρότασης και το ενθαρρύνω να παλέψει την αδικία όχι μόνο των πλουτοκρατών, αλλά την αδικία κάθε μορφής, ακόμη και αυτής όπου το ίδιο το άτομο αδικεί τον εαυτό του όταν φοβάται να εκφραστεί όπως αυτό θεωρεί σωστό.

Εδώ ακριβώς τίθεται το θέμα του σωστού και του λάθους. Το τι είναι σωστό δεν μπορεί να το πει στο άτομο καμία εξωτερική εντολή, είτε από κάποιον «Θεό», είτε από κάποιον κοινωνικό θεσμό.

Για όποιον «Θεό» και να μιλάμε, από τη στιγμή που με αυτόν εννοούμε την ολότητα στην οποία εντάσσονται όλα, τότε ο Θεός βρίσκεται και μέσα στο άτομο, αλλιώς τι ολότητα θα ήταν. Επίσης, κανείς δεν βρίσκεται στην προνομιακή θέση να κάθεται πιο κοντά στον Θεό ώστε να μας μεταφέρει τις εντολές του, αφού ο Θεός βρίσκεται παντού και κοντά στον καθένα.

Όσον αφορά το κοινωνικά εντεταλμένο σωστό, αν η κοινωνία ήξερε ποιο είναι αυτό, δεν θα ήταν άδικη, που είναι.

Αν, όμως, το άτομο φέρει μέσα του το σωστό, τι είναι αυτό που το εμποδίζει να το εκδηλώσει και να το κάνει πράξη, έτσι ώστε όλα τα άτομα μαζί να απαρτίζουν μια κοινωνία που διορθώνει τα λάθη της ( την αδικία) κινούμενη προς το σωστό (το δίκαιο);

Αυτό που εμποδίζει το άτομο να εκδηλωθεί είναι ο φόβος και όσοι τον μετέρχονται συστηματικά εκφοβίζοντας το ώστε να μη κινηθεί προς αυτό που θεωρεί το ίδιο σωστό και έτσι να αμφισβητήσει το προνόμιο τους να ορίζουν αυτοί το σωστό αυθαίρετα, όπως τους συμφέρει.

Το άτομο, βέβαια, πρέπει να παλέψει τον φόβο και να επιδείξει γενναιότητα κινούμενο από μόνο του υπέρ εαυτόν, «επί προσωπικού». Η εαυτο-κινούμενη γενναιότητα του είναι βασική προϋπόθεση της όποιας πολιτικής δράσης, η οποία είναι θεμιτό να πάρει μετά συλλογική μορφή, από τη στιγμή που το άτομο δεν μπορεί από μόνο του να νικήσει «κληρονομημένους» μηχανισμούς που έχουν τη δύναμη να το κατατροπώσουν.

Εδώ ακριβώς το ατομικό συναντάει το συλλογικό και εδώ είναι που πρέπει να εστιαστεί η όποια πολιτική θέλει να είναι σωστή.

Ο στόχος αυτής της πολιτικής πρέπει να είναι διπλός:
- η άρση του φόβου και ο περιορισμός όσων τον μετέρχονται συστηματικά, από τη μια
- η ενθάρρυνση του ατόμου να κινηθεί γενναία, από την άλλη.

Με αυτόν τον διπλό στόχο μπορεί να χαραχτεί μια συνολική πολιτική πρόταση που θα ξεπεράσει το αδιέξοδο της αριστερο-δεξιάς και θα δώσει νέα προοπτική στην πολιτική δράση.

Tuesday, September 25, 2007

κάτι δεν πάει καλά με τη δημοκρατία, μου φαίνεται

Προβληματίζομαι καμιά φορά με τη δημοκρατία, που δίνει δύναμη στο πλήθος να κυβερνάει. Μπορεί το πλήθος να χειραγωγείται, αλλά τελικά αυτό καθορίζει με τη ψήφο του ποιός από τους χειραγωγούς του θα κάνει κυβέρνηση. Θα μπορούσε μια χαρά να διαλέξει κάποιους άλλους, καθόλου χειραγωγούς, αρκεί να τους ψήφιζε.

Φανταστείτε ότι είναι τόσο απλό να αλλάξει ο κόσμος, όσο το να πάνε μια Κυριακή βόλτα όλοι αυτοί που ψηφίζουν χειραγωγημένα και να ψηφίσουν διαφορετικά. Τόσο απλό. Όμως δεν το κάνουν.

Ψηφίζουν «στα σίγουρα», μαζικά, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο και διορισμένα τα παιδιά τους, δίνοντας ισχύ σε λαϊκιστές που χαϊδεύουν τα αυτιά τους και παίζουν με τις προκαταλήψεις τους, ενώ τους οδηγούν σε διάφορες καταστροφές (εθνικές, περιβαλλοντικές, κοινωνικές, κλπ.), που αυτοί οι πολλοί δεν θέλουν να δουν, αν και κάποιοι φωνάζουν δείχνοντας προς τα εκεί.

Οπότε εγώ πρέπει να περιμένω την πλειοψηφούσα μάζα να φάει τα μούτρα της, χτυπώντας κατακούτελα εκεί όπου οδηγείται από την αδράνεια της, για να βάλει μυαλό όταν πια θα είναι πολύ αργά, για αυτήν και για μένα, για πολλούς και πολλά.

Μου φαίνεται ότι κάτι δεν πάει καλά με τη δημοκρατία, γενικά, σαν πολίτευμα, από τη στιγμή που μπορεί να δίνει τη δυνατότητα σε μια πλειοψηφία (σχετική ή όχι, δεν έχει σημασία) να ποδοπατεί τους πάντες και τα πάντα, επειδή δεν βλέπει μπροστά της.

Μετά τις εκλογικές επιτυχίες που έφεραν διάφορους κάφρους ( βλ. Χίτλερ, Μπους και Αχμαντινετζάντ) στην εξουσία, νομίζω πως ήρθε η ώρα να επανεξεταστεί το θέμα της δημοκρατίας και όχι να φοβόμαστε να το θέσουμε, επειδή «χύσαμε αίμα» να τη φέρουμε.

-------------------------
ΥΓ1. Με αυτά που συμβαίνουν αυτές τις μέρες στη Μυανμάρ, ξαναϋπερασπίζομαι τη δημοκρατία. Εντάξει, στην Ευρώπη μπορούμε να κάνουμε κριτική σε αυτήν - έχουμε αυτήν την "πολυτέλεια", θα έλεγα- και καλά κάνουμε. Αλλά μη ξεχνάμε από τι βαρβαρότητα μας έβγαλε, (βλ. Μυανμάρ), έστω κι αν σε κάποιες περιπτώσεις μας έβαλε σε χειρότερη (βλ. Χίτλερ). Το ιστορικό ισοζύγιο της ήταν όμως θετικό. Όσοι μεγάλωσαν στη χούντα, θα συμφωνούν, φαντάζομαι.

ΥΓ2. Τώρα που το ξανα-ξανασκέφτομαι, ο Χίτλερ για να κάνει ό,τι έκανε κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα, αφού πρώτα εκλέχθηκε δημοκρατικά. Επέβαλε δικτατορία, δηλαδή, για να επιβάλει τον ναζισμό. Άρα, σε αυτήν την περίπτωση η υπεράσπιση της δημοκρατίας θα τον φρέναρε.

Οπότε, υπερασπίζομαι τη δημοκρατία προς τα κάτω, σαν φράγμα στη διολίσθηση προς τον βαρβαρισμό, αλλά, γίνομαι κριτικός προς τα πάνω, θέτοντας ζήτημα "ποιοτικού ελέγχου" στις επιλογές της ποσοτικά υπεράριθμης πλειοψηφικής μάζας.

Friday, September 21, 2007

μετρητής ύπαρξης

Την ξεκάθαρη εικόνα ότι υπάρχω την έχω από τις αντιδράσεις των άλλων. Αν στο πέρασμά μου δεν αντιδράει κανείς, ακόμη και αν τού κουνάω τα χέρια ή την έχω έξω ως επιδειξίας, τότε πολύ πιθανό να αισθανθώ ανύπαρκτος, (παρόλο που ο Καρτέσιος θα φωνάζει μέσα μου "σκέφτομαι άρα υπάρχω")

Τον στοιχειώδη βαθμό της ύπαρξής μου τον επιβεβαιώνω όταν οι άλλοι (άνθρωποι ή και ζώα) αντιλαμβάνονται την τρισδιάστατη παρουσία μου στον χώρο. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να αισθανθώ την ύπαρξή μου πλήρη, αν οι άλλοι το μόνο που εκλαμβάνουν από την παρουσία μου είναι τον όγκο που καταλαμβάνει και απλά στρίβουν να μην πέσουν πάνω του (ή κατουράνε στα πόδια μου αν είναι σκυλιά και με έχουν περάσει για κολόνα).

Για να νιώσω ότι δεν είμαι απλά ένας μετακινούμενος όγκος, έχω ανάγκη το πέρασμά μου από αυτόν τον κόσμο να προκαλεί μια διαφορά γύρω μου, στους άλλους, στα πράγματα, στον χώρο. Όσο μεγαλύτερη διαφορά προκαλεί τόσο περισσότερο αισθάνομαι ότι υπάρχω. Αυτό ισχύει για όλους, νομίζω, και απλά εναπόκειται στον καθένα να διαλέξει τι είδους διαφορά προτιμάει.

Έτσι, περνάμε από το ποσοτικό κριτήριο στο ποιοτικό. Διότι το θέμα τελικά δεν είναι πόσο μεγάλη την έχεις (την ύπαρξη σου), αλλά τι κάνεις με αυτήν.

Monday, September 17, 2007

τελικά αποτελέσματα

Είμαι σε μιαν άκρη του δρόμου, στο σκοτάδι. Υπάρχουν και άλλοι εκεί, λίγοι. Άλλοι κοιτάζουν τον τοίχο πίσω τους, άλλοι τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο και άλλοι τη φωτισμένη λεωφόρο, απέναντι τους. Εκεί παρελαύνουν οι νικητές, οι πολλοί.

Πρέπει να έχω συνηθίσει να είμαι στην άκρη διότι δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση που βρίσκομαι εκεί, πάλι. Δεν βρέθηκα ποτέ στη λεωφόρο, με τους άλλους μαζί. Μπορώ να πω ότι ούτε καν περνάει από τη φαντασία μου, πλέον. Το μόνο που μπορώ να φανταστώ τώρα είναι το χειρότερο, και αυτό δεν είναι το καλύτερο που περίμενα.

Friday, August 31, 2007

Γόνιμες συναντήσεις, ή όχι.

Η κάθε πραγματοποίηση έχει να κάνει με γόνιμες συναντήσεις – πολύ συγκεκριμένες, με πολύ συγκεκριμένα άτομα και πράγματα.

Αν συναντήσεις άτομα και πράγματα που ανταποκρίνονται σε αυτό που ζητάς να κάνεις, τότε αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί. Αν όχι, τότε δεν θα γίνει τίποτε.

Από μόνος σου δεν μπορείς να κάνεις πολλά. Το μόνο που μπορείς είναι να εκπέμπεις το ζητούμενο σου προς τους άλλους (για να δεις αν θα ανταποκριθεί κανείς) και να κινείσαι προς τους πιθανούς τόπους γόνιμων συναντήσεων.

Tuesday, August 28, 2007

το χειρότερο

Προχθές την Κυριακή, φύγαμε από Αθήνα γεμάτοι απελπισία για αυτόν τον τόπο και ήρθαμε Βερολίνο σαν φυγάδες από τον φλεγόμενο Λίβανο, συγνώμη την Ελλάδα.

Όσοι υπερηφανεύονται για το ανατολίτικο μπάχαλο που μας διακρίνει ως έθνος, θεωρώντας το εθνική μας χαριτωμενιά, αντίθετη στον ξενέρωτο δυτικό ορθολογισμό, ας το χαρούν τώρα στα αποκαϊδια.

Αυτό το κακό που έγινε θα έπρεπε να σοκάρει τόσο πολύ τους Νεοέλληνες που να συνέλθουν από τη φραπεδιάρικη αφασία τους και να φερθούν στοιχειωδώς υπεύθυνα, αλλά δεν ελπίζω να συμβεί κάτι τέτοιο - κι αυτό είναι το χειρότερο.

Να δείτε που η πλειοψηφία θα πάει να ψηφίσει στις εκλογές τούς ίδιους και τους ίδιους, με τα ίδια πάντα κριτήρια του βολέματος και των προσωπικών σχέσεων, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε, σαν να μην έχει διαλυθεί το κράτος από αυτούς που τόσα χρόνια εκλέγει και κατέρευσε παταγωδώς στις φωτιές της Πελλοπονήσου και της Εύβοιας.

Μόνο μια εθνική κινητοποίηση για αναδιοργάνωση του κράτους σε ορθολογικές βάσεις, με καινούργια πρόσωπα, μακριά από τα ξοφλημένα κόμματα, θα έδινε ελπίδες σε αυτόν τον τόπο. Μόνο έτσι θα μπορούσε να βγει κάτι καλό από αυτόν τον όλεθρο. Αλλά αυτό αποκλείεται να γίνει. Έτσι το μόνο που μένει είναι ο όλεθρος.

Monday, April 2, 2007

πάμε Ελλάδα

τα λέμε όταν γυρίσουμε με το καλό
καλοτάξιδοι όλοι

Friday, March 30, 2007

Χάσατε τη σειρά σας; Φτιάξτε μιαν άλλη!

Υπάρχει μια σειρά που γίνονται τα πράγματα κι αν για κάποιο λόγο έχεις χάσει τη σειρά σου είναι μετά κάπως δύσκολο να είσαι «μέσα στα πράγματα». Τι κάνεις τότε;

Θα μπορούσες βέβαια να τη ξαναχωθείς, για να ξαναπιάσεις θέση στην ουρά, αν δεν είναι φυσικά πολύ αργά.

Αν όμως έχει κλείσει η πόρτα, τελείωσαν τα νούμερα, το χάσατε το λεωφορείο και δεν έχει ταξί τι γίνεται;

Μια λύση είναι να κάτσεις και να κλαις τη μοίρα σου ή τη μαλακία που σε δέρνει, αλλά αυτή δεν είναι και τόσο παραγωγική.

Μια άλλη είναι αντί να σκύψεις το κεφάλι και να κοιτάς τον εαυτό σου στο πάτωμα για να δεις πόσο χαμηλά έπεσες, να το σηκώσεις και να δεις γύρω σου.

Τότε θα διαπιστώσεις έκπληκτος ότι υπάρχει ένα σωρό κόσμος εκτός από εσένα που έχει χάσει επίσης τη σειρά του.

Αυτό θα μπορούσε να είναι μια καλή αρχή για να φτιάξετε όλοι μαζί μια νέα σειρά που θα οδηγεί σε μια άλλη πραγματικότητα για την οποία θα έχει λεωφορείο που τα δρομολόγια θα τα κανονίζετε εσείς.

Thursday, March 22, 2007

Πού είναι Το Πάρτυ?

Οι Βερολινόκαυλες στο YouTube:

One night in Berlin, during the Berlinale film festival, me and my friend Nicolas wanted to have fun but we were not invited to any of that night's "big" parties, where only selected persons were welcome, and not simple fun-ners like us. Nevertheless, we decided to get anyway in one and so to prove the power of our will. Since we had no idea where this party could be, I thought we might find it if we go out on the streets and start asking the people about it.

Ένα βράδυ στο Βερολίνο, στη διάρκεια του κινηματογραφικού φεστιβάλ τής Μπερλινάλε, εγώ και ο φίλος μου Νικολά, θέλαμε να κάνουμε φαν, αλλά δεν είμαστε καλεσμένοι σε κανένα από τα "μπιγκ" πάρτυ της βραδιάς, όπου μόνο εκλεκτά πρόσωπα ήταν καλοδεχούμενα και όχι απλοί φαν-νερς σαν κι εμάς. Παρόλα αυτά, αποφασίσαμε να μπούμε οπωσδήποτε σε ένα κι έτσι να αποδείξουμε τη δύναμη της θέλησης μας. Μιας και δεν είχαμε ιδέα πού γινόταν αυτό το πάρτυ, σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να το βρούμε αν βγαίναμε έξω στους δρόμους κι αρχίζαμε να ρωτάμε τους ανθρώπους για αυτό.

Have a look

Πάρτε μάτι

Μέηκινγκ οφ: O filos mou o Nicolas eixe mia erasitexniki camera mazi tou ki ena mikrofono. Eixe erthei apo Parissi liges meres, gia na gyrissei ta ethnic axiotheata tou Verolinou, (diladi tous Tourkous), gia ena Parizianiko peiratiko kanali pou ypostyrizei tis meionotites (an kai oi Tourkoi sto Verolino einai mia apo tis pleionotites). Gyrissame to video me ayta ta penixra mesa, gia na spasoume plaka. Otan piga Parissi, to montarame sto podi, me enan filo, kai to compressarame gia na to vgaloume sto YouTube, gia na spasoun plaka kai alloi. Apo to poli compress, i poiotita tis eikonas den einai na ti vlepeis se megalo kadro, alla mono se mikro.

Sto YouTube, opoios kanei search gia “Berlinale party” tha pessei pano sto “Where is The Party” (me mia eikona enos ktiriou brosta) pou kamia sxesi me tis illustration ekdoseis twn VIP party.