Friday, December 14, 2007

μη σκοτώνεστε, κανείς δεν θα πάρει

Καμιά φορά δεν χρειάζεται και πολύ φιλοσοφία για να δούμε τι πρέπει να κάνουμε στη ζωή. Η θεωρία μας μπορεί πολύ απλά να βασιστεί σε κάποιες βασικές και αδιαμφισβήτητες παραδοχές, όπως για παράδειγμα ότι όλοι θα πεθάνουμε.

Αν ξεκινήσουμε από αυτήν την αναγκαστική παραδοχή, θα δούμε πόσο μάταιο είναι να σκοτωνόμαστε είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά (να «σκοτωνόμαστε» στη δουλειά ή μεταξύ μας), και πόσο σοφό είναι να απολαμβάνουμε τη ζωή όσο μπορούμε.

Αφού σήμερα είμαστε και αύριο δεν είμαστε, προς τι όλη αυτή η φασαρία; Προς τι οι μικρότητες, οι τσιγκουνιές και οι μιζέριες; Προς τι η φαγωμάρα και ο αλληλοσπαραγμός; Προς τι το αδηφάγο εγώ; Προς τι το άγχος για επιτυχίες που θα μείνουν στις κορνίζες; Προς τι το κυνήγι διακρίσεων που θα γραφούν σε ταφόπλακες; Προς τι ο ανταγωνισμός για συσσώρευση πλούτου («μαζί σου θα τα πάρεις;») που διαλύει την κοινωνία και καταστρέφει τη φύση;

Μια διαρκής υπενθύμιση της «θανατηφόρας» παραδοχής πιθανόν να μπορούσε να απλοποιήσει κάθε θεωρία ατομικής ή συλλογικής καταξίωσης κάνοντας την πιο φιλική προς τον άνθρωπο και τα άλλα ζώα - λέω.

Μη σκοτώνεστε, κανείς δεν θα τα πάρει μαζί του.

ΥΓ. Με αυτό το ειρηνόφιλο μήνυμα κατεβαίνω Ελλάδα για δουλειές, και «καλές γιορτές» σε όλους!

ΥΓ2 οι δουλειές με κρατάνε εδώ (Αθήνα), μέχρι νεωτέρας

Thursday, December 13, 2007

η ιστορία θα δείξει

Ένα από τα πρώτα μου ποστ ήταν πάνω στον ψηφιακό κόσμο με το ίντερνετ και την άπλα του, που επιτρέπει σε ένα σωρό κόσμο να εκφράζεται χωρίς προέγκριση από διευθυντές, επιτροπές, πεθερικά, κλπ.

Αυτή η ψηφιακή διευκόλυνση δεν αφορά μόνο τα μέσα επικοινωνίας αλλά και παραγωγής έργου σε χώρους που πριν θα ήταν αδιανόητη μια τέτοια ευκολία, όπως ο κινηματογράφος. Σήμερα με μια καμερούλα, δυο φιλαράκια και ένα προγραμματάκι μοντάζ στο κομπιούτερ μπορείς να κάνεις μια ταινία χωρίς μία.

Αυτή η ευκολία των μέσων, όμως, δεν παρήγε καμία πληθώρα αξιόλογων ταινιών. Μάλιστα, συγκριτικά με εποχές πολύ πιο δύσκολες -με κάμερες κουρδιστές και τη μουβιόλα τού μοντάζ χειροκίνητη- ο αριθμός των σημερινών αξιόλογων ταινιών είναι κατά πολύ μικρότερος.

Εδώ έρχεται να αποδειχτεί ότι αυτό που κάνει την ταινία δεν είναι τα μέσα, αλλά το τι έχεις μέσα στο κεφάλι σου. Αν το κεφάλι σου έχει σκατά, σκατά ταινία θα κάνεις ό,τι μέσα και να έχεις. Αν πάλι έχεις κατά νου κάτι αξιόλογο, αυτό θα βγει και με μια κάμερα της πλάκας.

Η ψηφιακή ευκολία πιθανόν να δίνει τη δυνατότητα να ειπωθούν αξιόλογα πράγματα που αλλιώς θα τα έτρωγε η μαρμάγκα. Την ίδια στιγμή όμως προκαλεί και μια διάρροια ευκοίλιων έργων που αλλιώς θα έτρωγαν κωλοστούμπωμα. Δεν ξέρω τι είναι προτιμότερο τελικά. Η ιστορία θα δείξει.

Και μιας που λέμε για ιστορία, υπάρχει μια κατηγορία ταινιών που η ιστορία δεν τις έχει δώσει ακόμη τη θέση που αξίζουν. Είναι ταινίες σεμνές, με ευαισθησία, χιούμορ και καλοσύνη, που δεν πουλάνε πνεύμα και για αυτό δεν διακρίνονται σε βραβεία, συμμετοχές σε φεστιβάλ, προτιμήσεις κριτικών, τοπ τεν και άλλα τέτοια. Εγώ τις θεωρώ κατά πολύ ανώτερες από ένα σωρό "καλλιτεχνικά επιτεύγματα".

Για μένα η καλοσύνη είναι βασικό χαρακτηριστικό ενός κινηματογραφικού έργου για να με κερδίσει και θεωρώ μεγάλο δημιουργό αυτόν που κάνει κάτι για τον πλησίον του ξεπερνώντας το εγώ του.

Είδα μια τέτοια καλή ταινία τις προάλλες. Τη διάλεξα τυχαία από τη βιβλιοθήκη του Mitte. Ούτε που την είχα ακούσει. Λέγεται Emmas' Glück. Δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά, αλλά την αναφέρω για την ιστορία.

Monday, December 10, 2007

η θερμοκρασία των αισθημάτων

Πολλές φορές ξεχνάμε ότι όλα αυτά που κάνουμε καθημερινά (μικρά ή μεγάλα, βαθυστόχαστα ή ανόητα) μπορούμε και τα κάνουμε γιατί έχουμε την υγεία μας, σωματική και ψυχική. Οι παράμετροι της σωματικής υγείας είναι πάνω κάτω γνωστοί και προσδιορίσιμοι στον βαθμό που βασίζονται σε κάτι υλικό και μετρήσιμο και δεν επηρεάζονται άμεσα από τις ψυχολογικές παραμέτρους, που έχουν κάτι άυλο, αφού άπτονται των αισθημάτων.

Η μη υλικότητα των αισθημάτων δεν σημαίνει, βέβαια, ότι είναι τόσο αόριστα που να μη μπορούμε να εντοπίσουμε τους συσχετισμούς τους και να παρακολουθήσουμε τη διακύμανσή τους, που όταν είναι ομαλή είμαστε καλά, ενώ, όταν δεν είναι, η ψυχική μας υγεία είναι διαταραγμένη.

Πρόσφατα παρατήρησα ότι υπάρχει μια σταθερή θερμοκρασία των αισθημάτων (ή συναισθηματική θερμοκρασία), η οποία μας επιτρέπει να λειτουργούμε φυσιολογικά μέσα στον κόσμο αναγνωρίζοντας τον εαυτό μας ως μέρος του.
Όταν αυτή η θερμοκρασία πέφτει, ο κόσμος παγώνει. Δεν υπάρχει η θέρμη που μας ενεργοποιεί εντός του. Η εικόνα του ψυχρή, δεν θέλγει το βλέμμα. Ο κόσμος παγώνει και αδειάζει (π.χ. κατάθλιψη).
Όταν αυτή η θερμοκρασία ανεβαίνει πάνω από το κανονικό σαν πυρετός, ο κόσμος υπερθερμαίνεται και γεμίζει με φαντάσματα (π.χ. σχιζοφρένεια) ή κινδύνους (π.χ. φοβίες, πανικός, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή).

Πολλές από τις ενέργειές μας γίνονται για να διατηρήσουμε σταθερή τη συναισθηματική μας θερμοκρασία. Οι προσωπικές μας σχέσεις - και τα υποκατάστατά τους, όταν αυτές δεν λειτουργούν - παίζουν αυτό το ρόλο.
[Τα υποκατάστατα που βάζουμε στο σώμα μας (γλυκά, ναρκωτικά, αλκοόλ, τσιγάρο, κλπ.) χαλάνε το μηχάνημα, αν και προσωρινά ανεβάζουν τις στροφές του για να κρατήσει τη θερμοκρασία του σταθερή, αλλά φαίνεται ότι η ανάγκη μας για θέρμη είναι τόσο μεγάλη που εκείνη τη στιγμή δεν το υπολογίζουμε.]

Το πλέγμα των προσωπικών σχέσεων που κρατούν τη θερμοκρασία μας σταθερή πλέκεται γύρω από τρεις βασικές σχέσεις-κορμούς. Αυτές είναι η σχέση με τους γονείς (ιδίως τη μάνα), με τους φίλους (ιδίως τους κολλητούς) και με τον/την σύντροφο μας.
[Δεν αναφέρω τη σχέση με τα παιδιά μας, για όσους έχουν, διότι αυτή δεν είναι σχέση είναι υπέρβαση, την οποία όμως το άτομο δεν μπορεί να κάνει αν το ίδιο είναι διαλυμένο. Τότε, δεν έχει βάση για να κάνει καμία υπέρ-βαση.]

Όταν οι σχέσεις-κορμοί είναι διαλυμένες, είναι πολύ δύσκολο για το άτομο να κρατήσει τη συναισθηματική του θερμοκρασία χωρίς βοήθεια, που αν δεν έρθει έγκαιρα, τότε αυτό εκτρέπεται είτε προς την συναισθηματική παγωμάρα, είτε προς τον πυρετό της ψυχής, ανάλογα με τον χαρακτήρα του και το ιστορικό του.

Πολλές σχέσεις-κορμοί φαίνονται εξωτερικά υγιείς αλλά μέσα είναι νοσογόνες. Για να είναι μια σχέση υγιής θα πρέπει να έχει κάποια βασικά χαρακτηριστικά με πρώτο και καλύτερο την αμοιβαία αποδοχή. Βάζω πρώτα την αποδοχή και όχι την αγάπη- αν και αυτή είναι το άλφα και το ωμέγα- για να εισάγω στην αοριστία της άκριτης αγάπης κάποιο κριτήριο που να μας επιτρέπει να ξεχωρίσουμε τα χαρακτηριστικά μιας υγιούς σχέσης.

Αυτό που σε μια σχέση με βοηθάει να κρατάω τη θερμοκρασία των αισθημάτων μου σταθερή είναι ότι μπορώ να είμαι ο εαυτός μου χωρίς να χρειάζεται να αναλώσω ενέργεια για να αποδείξω κάτι, ούτε να προσπαθώ για κάποια αναγνώριση από τον άλλο. Αναγνωρίζω τον εαυτό μου και τον αποδέχομαι μέσα από την αποδοχή του άλλου τον οποίο επίσης εκτιμώ και αποδέχομαι.

Όταν δεν υπάρχει αυτή η αμοιβαιότητα σε καμία από τις τρεις σχέσεις κορμούς (αν υφίστανται βέβαια αυτές), τότε βρισκόμαστε στα πρόθυρα συναισθηματικής αποσταθεροποίησης, αν δεν τα έχουμε διαβεί κι όλας.

Οι άρρωστες σχέσεις είναι το επόμενο που πρέπει να κοιτάμε αφού πρώτα ακούσουμε προσεκτικά τα συναισθήματα μας, τη φωνή της ψυχής μας. Η θερμοκρασία των αισθημάτων μας θα μας πει αν κάποιος είναι καλός γονιός, φίλος ή σύντροφος, και αν είμαστε κι εμείς για αυτόν το ίδιο.

Wednesday, December 5, 2007

κάπου στο Ράινικεντορφ

Μια γνωστή μάς κάλεσε να παρακολουθήσουμε μία από τις τελικές πρόβες της χορευτικής ομάδας στην οποία συμμετείχε κι έτσι πήγαμε με τη Ρενάτε κάπου στο Ράινικεντορφ (μια άσημη περιοχή), σε έναν αθλητικό χώρο όπου θα γινόταν.

Είχαν έρθει εκεί και κάποιοι άλλοι φίλοι και γνωστοί της ομάδας, που όταν συγκεντρώθηκαν, άρχισε την πρόβα της.

Εντυπωσιάστηκα μόλις είδα τη γνωστή μας να μεταμορφώνεται με τη μουσική δίνοντας στο σώμα της μια πλαστικότητα και ευλυγισία που δεν περίμενα, γιατί δεν έχει την τυπική κατατομή μπαλαρίνας (αφού είναι κάπως γεματούλα). Βέβαια, αυτό που βλέπαμε δεν ήταν μπαλέτο, αλλά σύγχρονος χορός, που όμως έχει απαιτήσεις από τους χορευτές πιο σύνθετες από την εκτέλεση χορευτικών φιγούρων.

Ήταν τόσο όμορφο και συγκινητικό να βλέπεις αυτήν την ομάδα ανθρώπων να χορεύουν κάπου στο Ράινικεντορφ, παραχωρώντας πλήρως τη σωματική τους υπόσταση στη μουσική και όχι σε κάποιον πρακτικό σκοπό, που με έβγαλαν αυτομάτως από τις (πρακτικές) έννοιες μου και με πέρασαν σε άλλη σφαίρα. Να λοιπόν η μεταφυσική λειτουργία της τέχνης, (που έλεγα).

Μετά τη μέση, όμως, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται πάλι τα δικά του – δείγμα ότι η παράσταση είχε αρχίσει να κάνει κοιλιά. Τότε, άρχισα να σκέφτομαι τι ήταν αυτό που δεν πήγαινε καλά με την παράσταση και πού χώλαινε.

Η κάθε τέχνη, όσο και να δίνει μορφή σε κάτι άυλο (λειτουργώντας μεταφυσικά, όπως είπαμε), έχει τους δικούς της πολύ αυστηρούς και στιβαρούς κανόνες για να παράγει το παράδειγμα τελειότητας ενός καλλιτεχνικού έργου που να αναλογεί σε Αυτό με το οποίο μας φέρνει σε επαφή.

Αφού εντόπισα σε ποιους κανόνες έπεφτε έξω η παράσταση και για αυτό έχανε, είπα μέσα μου ότι θα το συζητήσω μετά με τη Ρενάτε για να μου πει και αυτή τη γνώμη της και πώς της φάνηκε το πράγμα

Δεν μου περνούσε από το μυαλό ότι θα γινόταν μια ανοιχτή συζήτηση μετά το τέλος της πρόβας, αλλά αυτό ακριβώς έγινε!

Μόλις τελείωσε η παράσταση και μετά τα θερμά χειροκροτήματα για την πολύ καλή προσπάθεια, ρωτάει η χορογράφος το κοινό πώς τους φάνηκε και αμέσως αρχίζουν όλοι με τη σειρά να λένε ανοιχτά τη γνώμη τους, και εγώ παθαίνω πλάκα - Έχω πάει σε αρκετές πρόβες στην Ελλάδα, αλλά τέτοιο πράγμα δεν έχω ξαναδεί. Αν εκφέρεται ποτέ καμιά γνώμη από τους θεατές, λέγεται κατ’ ιδίαν στον κολλητό που μας κάλεσε και όχι ανοιχτά από όλους σε όλους. Για αυτό βέβαια ό,τι μαθαίνουμε (αν το μαθαίνουμε) το μαθαίνουμε εκ των υστέρων, από τα διαπεπραγμένα λάθη μας (αν τα πάρουμε χαμπάρι).

Καλλιτέχνες υπάρχουν πολλοί, λίγοι καλοί, αλλά, όλοι (συνειδητά ή όχι, σωστά ή λάθος) ασχολούνται με κάτι που τείνει προς το τέλειο. Έτσι, όσο καλός και να είσαι ως καλλιτέχνης χρειάζεσαι κάποια στιγμή τη γνώμη του άλλου, εκτός αν είσαι «θεός», που δεν το νομίζω.

Όσο και αν το καλλιτεχνικό έργο μιμείται την τελειότητα του κόσμου ("μίμηση πράξεως τελείας"), η τελειοποίησή του χρειάζεται το βλέμμα του άλλου και τη συνεργασία του. Το είδα να συμβαίνει στην πράξη, κάπου στο Ράινικεντορφ (μιαν άσημη περιοχή).

Friday, November 30, 2007

Βερολίνο Α.Ε. - Αποτελέσματα Τριμήνου

Είμαι τρεις μήνες σερί όλο το φθινόπωρο εδώ Βερολίνο καρακέντρο (Μίττε), χωρίς να κουνηθώ ούτε μέχρι το Πότσνταμ να πάω. Η σχέση μου με την πόλη παραμένει σταθερά ερωτική, αφού συνεχίζει να με γοητεύει, παρά τις κάποιες επιμέρους απογοητεύσεις.

Μία από αυτές είχε να κάνει με τη ποιότητα των Ελλήνων εδώ, που δεν ήταν και τόσο το κάτι άλλο, όπως έγραφα ξεροχύνοντας από βερολινόκαυλες.
Η άλλη είναι από την έντονη τουριστικοποίηση της πόλης, που εκτός ότι ανεβάζει συνεχώς τις τιμές, αρχίζει να μαζεύει περισσότερο περίεργους παρά ψαγμένους.
Όταν έμαθα, μάλιστα, ότι το Lifo έκανε αφιέρωμα στο Βερολίνο με εξώφυλλο το παλούκι του (έτσι λέμε εμείς τον Funkturm που υψώνεται στο Αλεξάντερπλατς), τότε πραγματικά ανησύχησα για το τι ψώνια θα μαζευτούν.

Βέβαια, η αρχιτεκτονική του είναι τέτοια που δεν κινδυνεύει άμεσα από τις ορδές που φοβάμαι εγώ (σαν υστερική κυρία που δεν θέλει να της χαλάσουν την ησυχία της).

Παρόλα αυτά, ακούγονται κάποια ανησυχητικά σενάρια για αξιοποίηση των όχθων του ποταμού Spree, που το διασχίζει, και για τα οποία υπάρχει έντονη κινητοποίηση των αυτόνομων για να ματαιωθούν. Άντε, να ανάψουν τα αίματα, διότι όντως για αυτό το θέμα αξίζει να πέσει ξύλο, και θα κατέβω κι εγώ «παραλία» να τα σπάσω, αν τολμήσουν να φέρουν μπουλντόζες.

Εκεί λοιπόν που λέω, φτάνει, να μην έρθουν άλλοι τουρίστες, εκεί λέω, ελάτε παιδιά τώρα να το χαρείτε, γιατί μπορεί σε λίγα χρόνια να το κάνουν Λονδίνο, που λέει ο λόγος, και γάμησέ τα.

Παρεμπιπτόντως, όσοι θα ρθείτε Χριστούγεννα στο Βερολίνο μη χάσετε την έκθεση vom Funken zum Pixel στο Martin-Gropius-Bau.

Δεν συνηθίζω να συστήνω εκθέσεις ούτε είμαι πολύ της καλλιτεχνίας, αλλά αυτή μου έκανε κάτι. Μου μετέδωσε αυτό που θα έλεγα θρησκευτική εμπειρία σήμερα που δεν μασάμε με φτερωτούς δράκους και Αϊ Γιώργηδες καβάλα στο άλογο. Ειδικά η εγκατάσταση με τον σκοτεινό θόλο όπου σε όποιο σημείο κοιτάς εμφανίζονται εικόνες σαν από βυζαντινή τοιχογραφία, είναι πολύ κοντά σε αυτό που θα μπορούσε να είναι ένας εκκλησιαστικός τόπος στην εποχή των Pixel. Το ενδιαφέρον της έκθεσης βρίσκεται στο ότι συνδυάζει υψηλή τεχνολογία και αισθητική για να επιτύχει ένα σχεδόν μεταφυσικό αποτέλεσμα.

Πάντα το έλεγα ότι η τέχνη (πρέπει να) είναι χώρος μιας μεταφυσικής εμπειρίας που ενώνει στιγμιαία τον πεπερασμένο άνθρωπο με το άπειρο Αυτό με έναν φευγαλέο ασπασμό ολοκλήρωσης - φευγαλέο, όπως η ζωή.

Wednesday, November 28, 2007

τίποτε όρθιο

Μου είπαν για τον χαμό που γίνεται με τον Λαζόπουλο στην Ελλάδα και έκατσα να δω Αλ Τσαντίρι στο greek-movies , από περιέργεια. Γέλασα με τις εξυπνάδες του και κάποιες ατάκες, αναγκάστηκα να γελάσω με τα βίντεο της πλάκας που χρησιμοποιεί (όπου γελάς αναγκαστικά), βαρέθηκα το μελό του (και τη μελοποίησή του), εντυπωσιάστηκα με την ετυμολογία του και την καταγγελτική του τόλμη, και ξάπλωσα να κοιμηθώ σαν ευχαριστημένος ‘Ελλην τηλεθεατής που παρέα με τον Λάκη καταφέραμε να τους κράξουμε όλους δημοσίως ατιμωρητί (εκτός από τον εαυτό μας).

Το πρωί που ξύπνησα είχα μια στυφή γεύση, σαν να είχα φάει μάπα καρπούζι, από «γύφτο». Όσο και να έπλενα τα δόντια, η στυφάδα δεν έλεγε να φύγει. Κάτι με χαλούσε και έψαξα να το βρω.

Δεν ήταν το ότι ο Λαζόπουλος χρησιμοποιούσε έτοιμο τηλεοπτικό υλικό από πεπραγμένα άλλων για να τα κοροϊδεύει (και δεν παρήγε δικό του πρωτότυπο υλικό), διότι έκανε σάτιρα, όχι κωμωδία.

Στην κωμωδία δημιουργείς, στην σάτιρα καταστρέφεις, και πολύ καλά κάνεις, αφού οι άνθρωποι όλο μαλακίες κάνουν στην τελική. Μόνο που όταν το κάνεις αυτό χωρίς αυτοσαρκασμό, αφήνεις να εννοηθεί ότι εσύ είσαι υπεράνω της γελοίας ανθρωπότητας, ο μόνος τελικά που αξίζει, ενώ οι άλλοι είναι της πλάκας.

Έτσι, όμως, προκύπτουν κάποια ερωτήματα:

Αν εσύ αξίζεις, γιατί αξίζεις, ποιος είσαι και από ως που κι ως που το παίζεις οσία παρθένα ενώ οι άλλοι είναι κουφάλες;

Μήπως έχουμε πέσει σε περίπτωση ταξιτζή που αφού μας καταγγείλει όλα τα στραβά της κοινωνίας, στο τέλος μάς κλέβει;

Μήπως έχουμε την ολοκλήρωση του νεοελληνικού αρχέτυπου όπου όλοι φταίνε εκτός από εμάς; Γι' αυτό χτυπάει τέτοια νούμερα το Αλ Τσαντίρι; Επειδή οι νεοέλληνες αναγνωρίζουν σε αυτό τον εαυτό τους και μάλιστα τους αρέσει πάρα πολύ;!

Μήπως έτσι έχουμε μιαν ύπουλη κολακεία κρυμμένη πίσω από μια επιφανειακή καταγγελία; Ή έναν Βουγιουκλακικό ναρκισσισμό πίσω από τη γενειοφόρα μάσκα του Αριστοφάνη;

Και μια που είπαμε για Αριστοφάνη, όσο και να μου αρέσει, πάντα ήμουν καχύποπτος με τον λαϊκισμό του, που, μην ξεχνάμε, βοήθησε στην θανατική καταδίκη του Σωκράτη.

Μόνο ο αυτοσαρκασμός τού κωμωδού μπορεί να προστατεύσει τη σάτιρά του από τον επικίνδυνο λαϊκισμό και να τη δικαιώσει σαν πράξη καταστροφής που δεν αφήνει τίποτε όρθιο και αναγκάζει τον ξερόλα άνθρωπο να πει «έν οίδα, ότι ουδέν οίδα».

Thursday, November 22, 2007

Sose Me

Otan exeis kanei la8h sth zwh sou, eisai 35 xronwn, gynaika, kai o xronos kylaei eis varos sou, ti perithwria exeis na epanorthwseis? Me ayto to erwthma, i tainia e3etazei ta oria twn dynatothtwn enos atomou kai thn anagkh tou allou. -2001 a' vraveio gynaikeias ermhneias Maria Zormpa

Monday, November 19, 2007

παραβάτης

Όταν δεν σου φτάνει ούτε ο χρόνος ούτε το χρήμα για να κάνεις αυτό που θέλεις στη ζωή σου, αφού έκανες τα πάντα για να το καταφέρεις, τότε δεν έχεις άλλη επιλογή - ή θα υποταχθείς στην πραγματικότητά σου ή θα γίνεις παραβάτης της.

Ό,τι έχω καταφέρει, το έχω καταφέρει ξε-κλέβοντας χρόνο και χρήμα.

Σύμφωνα με τις κοινωνικο-οικονομικές μου προδιαγραφές (παιδί φτωχής αγροτικής οικογένειας), δεν είχα πολλές ελπίδες. Αφού εξάντλησα κι αυτές που είχα χωρίς να καταφέρω αυτό που ήθελα, δεν μου έμεναν άλλα περιθώρια. Ή θα υποτασσόμουν στους νόμους της κοινωνικο-οικονομικής μου πραγματικότητας ή θα τους παραβίαζα. Προτίμησα το δεύτερο.

Friday, November 16, 2007

χιονίζει!

Βλέμματα σκυμμένα σε πληκτρολόγια, οθόνες και έγνοιες - ο καθένας τις δικές του. Ο χώρος μια απόσταση που πρέπει να διανύσεις για να πας στη δουλειά σου, στο μάθημα, στη γκόμενά σου, όχι για να τον περπατήσεις και να τον αισθανθείς. Αν κάνει κρύο θα ντυθείς καλά. Αν βρέχει θα πάρεις ομπρέλα.

Και τότε, χιονίζει!

Τα βλέμματα σηκώνονται. Κοιτάζουν έξω από παράθυρα, πέρα από οθόνες και πληκτρολογημένες προσδοκίες - ο καθένας τις δικές του. Κοιτάζουν το ίδιο. Τις νιφάδες που στροβιλίζονται στον αέρα και ραίνουν τον χώρο με χιονοπέταλα. Τότε μπορεί να κοντοσταθείς στον δρόμο, να κοιτάξεις για λίγο γύρω σου. Να νιώσεις για μια στιγμή πού βρίσκεσαι και όχι μόνο πού θέλεις να πας.

Monday, November 12, 2007

ο θάνατός μου από ένα κρυολόγημα

Εντάξει, δεν πέθανα, ένα απλό κρύωμα ήταν, από τα συνηθισμένα, αλλά αυτή τη φορά, μιλάμε, όταν ήρθε μου έδωσε μια ζωντανή εμπειρία θανάτου. Λέω «ζωντανή» γιατί αν ήταν «πεθαμένη» και πέθαινα κανονικά, δεν θα μπορούσα να την πω εμπειρία ακριβώς. Οι πεθαμένοι δεν νομίζω ότι συλλέγουν εμπειρίες, κι εγώ είμαι ακόμη ζωντανός. Απλά ήμουν λίγο κρυωμένος.

Ανέβαινα την Καστάνιεν Αλέ, από Ροζεντάλερ Πλατς, όταν ξαφνικά ένιωσα τα πόδια μου να σέρνονται, την ανάσα μου να κόβεται, οι ήχοι γύρω μου να γίνονται απόμακροι και οι εικόνες να χάνουν τη φωτεινότητά τους.

Όλα γύρω μου κινούταν κανονικά. Το τραμ ανέβαινε τη μικρή ανηφόρα κουδουνίζοντας για να απομακρυνθούν δύο ποδηλάτες που τα λέγανε οδηγώντας πάνω στις ράγες, μια μαμά κυλούσε το καροτσάκι με τα δίδυμά της στην κατηφόρα, οι εργάτες απέναντι στο παρκάκι του Weinsberweg συνέχιζαν τις εργασίες καλλωπισμού που γίνονται με την ελπίδα να φύγουν από εκεί οι «ντήλερς», ένας τύπος πήγαινε βιαστικός φορώντας πάνω από τη τραγιάσκα του ακουστικά γουόκ μαν.

Όλα ήταν εκεί. Εγώ όμως ένιωσα να απουσιάζω, να φεύγω με fade out από τη σκηνή, να χάνομαι, σαν να πεθαίνω.

Τότε σκέφτηκα τι ωραία που είναι έτσι ο θάνατος, να έρχεται φυσικά, από μια απλή αρρώστια που σε βρίσκει στα γεράματα, σε εξαντλεί και σε παίρνει από αυτόν τον κόσμο, χωρίς δράματα.

Έτσι, απλά και ήσυχα να φεύγεις από αυτόν τον κόσμο, αλλά αυτός να συνεχίζει το δρόμο του. Τα τραμ να ανεβαίνουν, τα καροτσάκια να κατεβαίνουν, ποδηλάτες να πηγαίνουν παρέα, εργάτες να καλλωπίζουν «ντήλερς», τραγιάσκες να φοράνε ακουστικά.

Ναι έτσι μπορώ να πεθάνω.

Monday, November 5, 2007

Η "νοημοσύνη του ζευγαρώματος"

έτσι γράφει ένα άρθρο στα Νέα ότι είναι ο όρος που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες για να ταξινομήσουν τις μεθόδους που επιστρατεύουν τα δύο φύλα στο παιχνίδι τους.

Επ' αυτού, είπα να καταθέσω και εγώ τη δική μου επιστημονική εμπειρία που λέει ότι ο έρωτας ξεπερνάει όλες τις ταξινομήσεις και δεν παίζεται.

Παρόλο που από το η Αγάπη είναι Ελέφαντας έχω δείξει ότι δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τον έρωτα, η ταινία δεν λήφθηκε σοβαρά υπόψη από την επιστημονική κοινότητα διότι χαρακτηρίστηκε από τη "σοβαρή" κριτική ως φτηνή σεξοκωμωδία που δεν διαπραγματευόταν τα θέματα του ολόψυχου έρωτα, αλλά μόνο του σαρκικού.

Εδώ θα πρέπει να πω ότι οι επιστήμονες κατά κόρο ανάγουν το έρωτα σε μια σωματική λειτουργία που γίνεται στη ψύχρα για αναπαραγωγή του είδους με δαρβινικούς όρους, χωρίς καμία άλλη μαγεία, αλλά αυτούς κανείς δεν τους κατηγορεί για φτηνή δαρβινολογία.

Η αλήθεια είναι ότι το θέμα σε αυτήν τη ταινία ήταν πιο πολύ το σεξ, αλλά το παρουσίαζε σαν μια πολύ σοβαρή παράμετρο των ερωτικών σχέσεων και μάλιστα τόσο αστάθμητη που να τις ανατρέπει κωμικά.

Βέβαια, όσο μεγάλη και να είναι η δύναμη του σεξ, δεν συγκρίνεται με τον ολόψυχο έρωτα ή "καψούρα" στην καθομιλουμένη. Εκεί είναι που τα δίνεις όλα, και δεν σου μένει τίποτε.

Αυτό το σημείο, του ολόψυχου καψουρο-έρωτα, σηματοδοτεί αναντίρρητα το ανώτερο στάδιο της ερωτικής εξέλιξης. Πιθανόν αυτό να αποζητούν όλοι κατά βάθος όταν αρχίζουν να ερωτοτροπούν ξεκινώντας είτε από ένα ρομαντικό αίσθημα είτε από μια αδυσώπητη σηκωμάρα.

Ακόμη και οι μεγαλύτεροι πόρνοι και πόρνες που έχω γνωρίσει θα ήθελαν τελικά να τα δώσουν όλα σε κάποιον, για να μη τους μείνει μετά τίποτε και έτσι να απαλλαγούν από το βάρος της ύπαρξης τους ώστε να πετούν ανεμπόδιστα στα ύψη.

Στην ερωτική κλίμακα υπάρχουν διάφορα σκαλιά ανόδου μέχρι τα ουράνια, αλλά μόνο ο ολόψυχος καψουρο-έρωτας μπορεί να σε πάει εκεί εξαερώνοντας το εγώ σου, αφού το φτάσει στο τελευταίο σκαλί πέρα από το οποίο δεν έχεις από που αλλού να πιαστείς παρά μόνο από αυτόν ή αυτήν που είσαι ερωτευμένος/η.

Σε αυτό το τελευταίο σκαλί, όσα ήξερες έχουν τελειώσει και καμία γνώση δεν μπορεί να σε συμβουλεύσει τι να κάνεις. Είσαι εκεί, μπροστά σε ένα ιλιγγιώδες κενό, στο οποίο μπορεί να πέσεις και να καταβαραθρωθείς ή να υπερίπτασαι χάνοντας τη βαρύτητα σου. Εκεί, σε αυτο το σημείο, είσαι στο έλεος αυτού ή αυτής που αγαπάς.

Αυτός ή αυτή τότε αποκτούν μια σημασία κοσμογονική και τους θεωρούμε πλάσματα κατά πολύ ανώτερά μας, (αλλιώς, γιατί να ανέβουμε τόσο ψηλά για να τα φτάσουμε).

Αν δεν θεωρείς τον άλλο ανώτερο των δυνατοτήτων σου δεν παθαίνεις ολόψυχο έρωτα ούτε είσαι έτοιμος να τα δώσεις όλα για αυτόν και να την κάνεις από το τελευταίο σκαλί για τα ουράνια (ή το κενό).

Ο άλλος βέβαια είναι στην πραγματικότητα ένας κοινός θνητός, με τα καλά του και τα κακά του, όμως εσύ όχι μόνο δεν βλέπεις τα κακά, αλλά δεν βλέπεις ούτε τα καλά, διότι ο άλλος είναι πέραν του καλού και του κακού. Είναι ο κόσμος όλος.

Είναι προφανές ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια υπερβολή, αλλά κακά τα ψέματα, χωρίς αυτήν την υπερεκτίμηση του άλλου, Έρωτας με το Ε κεφαλαίο δεν νοείται.

Αν λοιπόν ο Έρωτας δε μπορεί να συμβεί παρά μόνο μέσα από μια υπερεκτίμηση του άλλου, τότε καταλαβαίνετε αμέσως το πρόβλημα που προκύπτει όταν περνάμε στο θέμα του ζευγαρώματος και αναζητούμε το τέλειο ζευγάρι, όπου και οι δύο να είναι ερωτευμένοι.

Τώρα μπορείτε να είστε σίγουροι: Ο αμοιβαίος έρωτας είναι τόσο σπάνιος όσο είναι και η αμοιβαία υπερεκτίμηση.

Thursday, November 1, 2007

εν αρχή ην... ένα παιδί


Αν υπάρχει κάτι που θα έδινα τη ζωή μου, αυτό είναι το παιδί μου. Δεν θα πέθαινα για καμιά ιδέα, και έχω πολλές. (Άσε που για καμιά ταινία από όσες έχω στο μυαλό μου δεν θα έδινα δεκάρα μπροστά στις ιδέες που τις γέννησαν)

Ακόμη και η ύστατη όλων των ιδεών μου (η αναφορά μου σε Αυτό), είναι αέρας κοπανιστός μπροστά στην παρουσία της καινούργιας ζωής που μου κλήρωσε να υπηρετώ ως πατέρας.

Αυτή οριοθετεί το απόλυτό μου. Όλα τα άλλα είναι σχετικά.

Ένα παιδί είναι ένα θαύμα που ταπεινά προσκυνώ. Προέρχεται από το ίδιο που γέννησε και μένα και τον καθένα. Αγγίζει τη μήτρα τού Είναι, μπροστά στην οποία κανένα δέος δεν είναι κατανυκτικότερο, ούτε ο ίδιος ο έρωτας, όσο και αν είναι φυσική προϋπόθεση της γεννήσεως του.

Άμα τη εμφανήσει του παιδιού ο έρωτας αποδεικνύεται ότι δεν είναι παρά αυτό ακριβώς: μια προϋπόθεση που παραχωρεί τη θέση της στην υπόθεση του.

Κανένα έργο τέχνης δεν συγκρίνεται και κανένα θεώρημα δεν ανάγεται στην ασύλληπτη παρουσία ενός παιδιού στα χέρια μου εκ του μη όντος. Τίποτε δεν αρκεί να το εξηγήσει και όλες οι εξηγήσεις μου υστερούν μπροστά του.

Μέσα απο αυτό συνδέομαι με τον άφατο Λόγο Αυτού και δεν μπορώ να πω τίποτε ανώτερό του ούτε να κάνω κάτι καλύτερο από αυτό.

Υπάρχουν πολλοί που δεν έχουν παιδιά, για διάφορους λόγους, αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να είναι ανοιχτοί προς το Είναι και έτοιμοι να ξεπεράσουν το εγώ τους για να συνδεθούν με Αυτό, έστω και άν κάτι τέτοιο δεν τους τίθεται τόσο επιτακτικά όπως αν είχαν ένα παιδί που έκλαιγε στην αγκαλιά τους. Αυτοί είναι ακόμη πιό ποιητικοί, από όσους "ποιητές" αγνοούν τα παιδιά τους.

Όσοι αγνόησαν τα παιδιά τους νομίζοντας ότι έχουν να πουν ή να κάνουν κάτι σημαντικότερο από αυτά, απέτυχαν στο πιο ουσιαστικό από όλα, όσο και αν πέτυχαν να διακριθούν στα επιμέρους πεδία δράσης τους. Έμειναν κλεισμένοι σε ένα εγώ αποσυνδεδεμένο από το Είναι.

Το να βάλεις κάτι πάνω από το παιδί σου είναι απόδειξη ενός εγωισμού που αδυνατεί να ξεπεραστεί και να αγαπήσει κάτι πέρα από τις ιδέες του, που δεν είναι τελικά παρά εμμονές του.

Όποιος έβαλε το έργο του πάνω από το παιδί του, μόνος ήρθε και μόνος έφυγε από αυτή τη ζωή.

Από την άλλη, όποιο παιδί δεν αγαπήθηκε ήρθε μεν μόνο σε αυτή τη ζωή, αλλά δεν είναι ανάγκη να φύγει και μόνο.

Monday, October 29, 2007

η βερολινέζικη σύναξη των ωραιοθυλάκων*

Όταν ξεκίνησα αυτό το μπλογκ το ονόμασα εδώ Βερολίνο όχι για να βερολινολογήσω αλλά από μια διάθεση συντονισμού με τους ανά τον κόσμο αυτοεξόριστους, κι ακόμη περισσότερο με αυτούς που βρίσκονται εδώ.

Παρόλο που ξανάπιασα το μπλογκ μετά το καλοκαίρι από άχτι (αρχικά, και φιλοσοφική διάθεση μετά), χωρίς καμία όρεξη να γράφω ρεπορταζάκια της καθημερινότητάς μου, (που τα σκυλοβαριέμαι, και από τα οποία βρίθουν τα μπλογκ), θα κάνω μια εξαίρεση για να βερολινολογήσω μετά από ένα τριήμερο που ήμουν συνεχώς στη γύρα.

Το γλυκό φθινόπωρο γύρω μου, τα απανωτά σκιρτήματα του έρωτα που νιώθω για αυτήν την πόλη ακόμη (μετά από τρία χρόνια) και ο ωραίος κόσμος που έχει μαζευτεί εδώ από όλο τον κόσμο (και τον τελευταίο καιρό από Ελλάδα), με ωθούν να το υμνήσω, έστω και αν αυτό μπορεί να προκαλέσει τον φθόνο κάποιων φίλων που δεν είναι εδώ.

Αλλά τι να κάνουμε παιδιά; Είναι και γαμώ τις πόλεις, και πολύ καλύτερη από τα Λονδίνα, Παρίσια και Λος Άντζελες που επισκέφτηκα το τελευταίο εξάμηνο. Το Βερολίνο έχει μια καταπληκτική ισορροπία με το να είναι μητροπολιτικό κέντρο από τη μια και από την άλλη να παραμένει ήσυχο, χαλαρό, πράσινο, άνετο και (ακόμη) φτηνό.

Καλά θα κάνετε να’ ρθετε κι εσείς, να γίνουμε πολλοί, όπως ήρθαν και τόσοι σκαστοί από όλα τα μέρη της Ελλάδας, έτσι που πάει να γίνει α λα Παρίσι στη χούντα, (τότε, που είχαν μαζευτεί εκεί διάφοροι αντιστασιακοί και ωραίοι τύποι).

Δεν ξέρω τι θα γίνει με αυτήν τη βερολινέζικη σύναξη των ωραιοθυλάκων* που το σκάνε προς τα εδώ δραπετεύοντας από τη νεοελληνική δικτατορία της ασχήμιας. Μπορεί να είναι μόνο μια φυγή και να μη καταφέρει να παράγει κάτι σταθερό, με προοπτική, εδώ "στα ξένα".

Αυτό που ξέρω είναι ότι αυτή η σύναξη έχει μια απίστευτη εαρινή αίσθηση μέσα στο καταφθινόπωρο, που είναι άκρως μεθυστική, έστω και αν αποδειχτεί θνησιγενής.

Ως γνωστόν, τα άνθη αργά ή γρήγορα πέφτουν και στη θέση τους κανονικά έρχονται οι καρποί. Θα έρθουν όμως στην περίπτωσή μας; (Ειδικά που έρχεται καπάκι χειμώνας, τι θα κάνουν όσα παιδιά δεν έχουν λεφτά; Διότι το Βερολίνο είναι μεν γαμάτο, αλλά άφραγκο).

Από τη μια, λέω, δεν μπορεί, όλοι αυτοί οι ταλαντούχοι αυτοεξόριστοι - χορευτές, μουσικοί, επιστήμονες, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, προγραμματιστές, συγγραφείς, φωτογράφοι, εικαστικοί, διδακτορικογράφοι, μεταπτυχιακοί, κλπ - κάτι θα καταφέρουν να σκαρώσουν στην «εξορία», όσοι σκαλώσουν βέβαια εδώ, (γιατί κάποιοι είναι για πίσω).

Αλλά από την άλλη, λέω, και τίποτε να μη γίνει και όλο αυτό να αποδειχτεί μια εφήμερη βερολινέζικη ανθοφορία, που ευωδίασε για λίγο, όσο να πάρουμε μια άλλη μυρουδιά έξω από τη μπόχα της αθηναϊλας, είναι ωραίο που τη μυριστήκαμε!

* "ωραιο-θύλαξ" είναι ο θύλακας ενός αντιστασιακού ωραιο-ατόμου, το οποίο αντιστέκεται στην επέλαση της ασχήμιας δίνοντας μάχη από τον θύλακά του υπέρ του ωραίου. (Είδες τι γράφεις άμα έχεις βερολινόκαυλες;!)

Friday, October 26, 2007

σύντομη ιστορία των ιδεών σε τρεις αράδες

μυθολογική περίοδος - Όταν ο πρωτο-άνθρωπος άρχισε να συντάσσει γενικές θεωρίες για τον κόσμο που ζούσε, για να συνταχθεί αρμονικά με αυτόν, και όχι μόνο να μελετάει πώς να ξετρυπώσει το λαγοκούνελο πριν την αλεπού, για να το κάνει μπάρμπεκιου με κάρβουνα από κεραυνό, χρησιμοποίησε μυθικά στοιχεία προκειμένου να εικονογραφήσει όσα η γνώση και η γλώσσα του πηδούσαν αλλά δεν έφταναν.

ορθολογική περίοδος - Όταν η γνώση και η γλώσσα καρδαμώθηκαν και έπιασαν αρκετά που ήταν κρεμαστάρια, κλόνισαν τις μέχρι τότε μυθο-γενικές θεωρίες και γκρέμισαν τους καλοταϊσμένους με χρυσά τάματα και ιερά σφακτά θεούς τους. Τη θέση των ιερέων πήραν τότε διάφοροι φιλόσοφοι που επιχειρηματολογούσαν εξαντλητικά για το ποιανού γενική θεωρία είναι πιο λογική και αν υπάρχει τέτοια ή μήπως να αράξουμε στα κιλά μας και να κοιτάμε μόνο την πάρτη μας.

σύγχρονη περίοδος - Σήμερα έχει επικρατήσει η για την πάρτη μας φιλοσοφία, που έχει γεμίσει τα ράφια με προμαγειρεμένα λαγοκούνελα και έχει στείλει την αλεπού αδιάβαστη. Επειδή όμως ο νεο-άνθρωπος, όπως και ο πρωτο-άνθρωπος, δεν αρκείται στο τι θα φάει και θα χέσει, αλλά έχει και μετα-φυσικές ανάγκες, ξαναγυρνάει στη θεολογική περίοδο για να τις καλύψει, αφού η σύγχρονη φιλοσοφία όχι μόνο δεν τις διαπραγματεύεται πλέον, αλλά ούτε που του τις αναγνωρίζει.

Έτσι η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Sunday, October 21, 2007

Αυτό

Ο άνθρωπος δεν είναι αυθύπαρκτος και γι’ αυτόν τον λόγο δεν μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί. Υπάρχει πάντα σε σχέση με κάτι πέραν αυτού, κάτι που τον ταΐζει, τον ποτίζει, του δίνει τα μέσα να ζει, και το οποίο κάτι, με τη σειρά του, υπάρχει σε σχέση με κάτι άλλο κι αυτό με κάτι άλλο. Μόνο το Όλον όλων αυτών είναι αυθύπαρκτο και αυτοπροσδιορισμένο.

Όπως όλα, έτσι και ο άνθρωπος είναι μέρος του Όλου, υπάρχει εξ αυτού και δι’ αυτό, το οποίο πάντα θα αγνοεί, αφού δεν πρόκειται ποτέ να μάθει τον λόγο που αυτό υπάρχει και του δίνει ζωή για κάποιον δικό του Λόγο.

Αυτό που τον ξεπερνά και τον καθορίζει είναι λογικά αδύνατο να το προσδιορίσει ο άνθρωπος και να το ονομάσει με οποιαδήποτε λέξη το συγκεκριμενοποιεί. Το μόνο που μπορεί και πρέπει είναι να προσδιοριστεί ο ίδιος ως προς αυτό, αναφερόμενος σε αυτό υπαινικτικά με μια λέξη όσο περισσότερο γενική και ουδέτερη γίνεται, όπως η λέξη «Αυτό».

Οποιαδήποτε απόπειρα του ανθρώπου να προσδιορίσει Αυτό, περιορίζοντάς το μέσα στα όρια της ανθρώπινης νόησης και γλώσσας για να το οικειοποιηθεί (π.χ. με τις ανθρωπόμορφες θρησκείες), σηματοδοτεί και μιαν καταχρηστική αρχή, που έχει σαν πρακτική συνέπεια μια σειρά καταχρήσεων με δράστη αυτόν που θεωρεί ότι κατέχει την ολότητα Αυτού, οπότε στρέφεται με ευκολία εναντίον κάθε τι άλλου που θεωρεί ξένο, είτε αυτό είναι ένας άλλος άνθρωπος, είτε η υπόλοιπη φύση.

Από την άλλη, η απουσία αναφοράς του ανθρώπου σε Αυτό που τον καθορίζει και η εγκατάλειψη της προσπάθειας προσδιορισμού του ως προς την ολότητα Του, (π.χ. με τον δυτικό "ορθολογισμό"), τον παγιδεύει σε αδιέξοδες αυτοαναφορικότητες και εγωισμούς, που οδηγούν σε ανταγωνισμούς εξίσου καταστροφικούς.

Η διέξοδος βρίσκεται στην ερωτηματική αναφορά του ανθρώπου σε Αυτό και στο άνοιγμα της νόησής του στην απροσδιόριστη ολότητα Του, έτσι ώστε να κινηθεί προς τη θέση που του αναλογεί εντός της, τείνοντας στα φυσικά του όρια και στην εκπλήρωση του προορισμού του.

Αν και δεν μπορεί να ξέρει ποιος είναι ο προορισμός του, αφού αγνοεί Αυτό που τον καθορίζει, μπορεί να τον υποθέσει ως τον λόγο που γνωρίζει ό,τι γνωρίζει, μιας και δεν επέλεξε αυτός να είναι έλλογο ον, αλλά είναι έλλογος για κάποιον λόγο πέραν αυτού.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον Λόγο του λόγου του, πρέπει να συνεχίσει να γνωρίζει, προσανατολισμένος σταθερά στο άγνωστο Αυτό και διαθέτοντας το διανοητικό του χάρισμα στην εννόηση όσων είναι προορισμένος να εννοήσει και στην ανάλογη τροποποίηση της στάσης του.

Εφόσον Αυτό μένει σταθερά ανοικτό στη νόηση ως ερωτηματικό και δεν περιορίζεται από καταχρηστικούς προσδιορισμούς, ούτε καταπνίγεται σε αυτοαναφορικές εσωστρέφειες, δίνει στον άνθρωπο την προοπτική τής ολοκλήρωσής του κινητοποιώντας τον πέραν της υφιστάμενης πραγματικότητας του, η οποία τον περιορίζει σε κάτι λιγότερο από αυτό που μπορεί να είναι ως έλλογο ον.

Tuesday, October 16, 2007

η οικολογία στο υπόγειο της Λόλας

Xθες ήταν, λέει, ημέρα κατάθεσης προτάσεων από τους ανά τον κόσμο μπλόγκερς για ζητήματα οικολογίας.

Μιας και τα ζητήματα της οικολογίας δεν τελειώνουν σε μια μέρα, είπα κι εγώ να δράσω σήμερα ως Βερολινόκαυλες και να υποβάλλω τις βερολινοκαυλοπροτάσεις μου (μακρινάρια η γερμανική γλώσσα!).

Θα ξεκινήσω με μια φιλοσοφική παρατήρηση πριν περάσουμε στην «πράξη», (τη σεξουαλική, εννοείται, αλλιώς τι Βερολινόκαυλες θα είμασταν).

Το οικολογικό πρόβλημα ξεκινάει από μια βαθύτερη διαταραχή στη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο, που οφείλεται στην επικράτηση της πρακτικής-χρηστικής στάσης του ανθρώπου απέναντί του, εις βάρος της ποιητικής-ουσιαστικής σχέσης μαζί του. (Η πρακτική-χρηστική στάση επικράτησε γιατί αυτό ακριβώς επιζητούσε: την επικράτηση.)

Όμως, και τα μέχρι τώρα οικολογικά κινήματα υποκύπτουν στη ίδια χρηστική λογική, έστω κι αν το κάνουν για το καλό μας, αφού, το καλό το βλέπουν από ωφελιμιστική άποψη. (Μάλλον, αυτό οφείλεται στην επικράτηση της αγγλοσαξωνικής ωφελιμιστικής σκέψης στον χώρο των ιδεών).

Γι’ αυτό, η πολιτική που ακολουθούν είναι κυρίως πρακτική και αφορά μέτρα ποσοτικού περιορισμού στην κατα-χρηστική στάση του ανθρώπου. Για τη χρηστική δεν λένε πολλά. (Είναι σαν να θέλουν να κάνουν τον καπιταλισμό λειτουργικό, ενώ το πρόβλημα βρίσκεται στον ίδιο τον καπιταλισμό.)

Δεν λέω, καλά κάνουν ό,τι κάνουν (και τo υποστηρίζω, ως καλύτερo από το τίποτε), αλλά αυτό που κάνουν είναι περιορισμένης ισχύος και αποτελεσματικότητας, διότι τους διαφεύγει η ουσία.

Για τις Βερολινόκαυλες, ως τέτοιες που είναι, η ουσία είναι η συνουσία, και στα οικολογικά ζητήματα.

Έχετε σκεφτεί πόσες μετακινήσεις γίνονται, πόση κατανάλωση πέφτει, τι μεζονέτες επιπλώνονται, πόσα μεγαθήρια ορθώνονται, τι αυτοκρατορίες χτίζονται (και άλλες γκρεμίζονται), τι βίλες ξεφυτρώνουν, πόσες ταινίες γυρίζονται, τι δραστηριότητες προβάλλονται, πόση σπατάλη επιδεικνύεται και τί μόλυνση όλα αυτά προκαλούν, μόνο και μόνο για να επιτύχει ο μεγαλεπήβολος άνθρωπος ένα απλό γαμησάκι με τον πλησίον του;

Όπου ο χ καυλωμένος αντί να καλέσει τη ψ καυλώστρα εις αμοιβαίαν τέρψην συνουσίας κομπλάρει και πρέπει να κάνει τόση φασαρία, να κορδωθεί με ένα σωρό τρόπαια και σύμβολα εξουσίας (από το ακριβό αμάξι μέχρι το φτηνό χαβιάρι) για να της επιβληθεί σεξιστικά και να της γαμήσει το κέρατο;

Διότι ο εν λόγω καυλωμένος χ, μέσα στο άγχος του σπασμωδικού του Εγώ (του ξεκομμένου από τη φύση), ξεχνάει ότι μπορεί και η ψ να έχει καύλες και ότι θα μπορούσαν μια χαρά να το κάνουν εύκολα δια της φυσικής οδού (ή και παρά φύση, στα μεγάλα κέφια), χωρίς τόσο κερατένιο δράμα.

Μπροστά στην κόμπλα τού Εγώ του, το πρώτο που έρχεται στο μυαλό τού κομπλεξικού ανθρώπου είναι η εξουσία, ως μια εξωτερική αίγλη που θα τον έβγαζε από τη δύσκολη θέση και θα έβαζε τον άλλον σε αυτήν.

Αυτή η εξωτερικότητα απομάκρυνε σκαλί σκαλί, πανωτόκι στο πανωτόκι, τον σύγχρονο άνθρωπο από τη φύση τόσο που να μη βρίσκει τρόπο να επιστρέψει.

Για την επιστροφή στη φύση θα βοηθούσε το γαμήσι, (παλιό και δοκιμασμένο), αν ξεκινούσε συν-ουσιαστικά, όχι εξ-ουσιαστικά, και μάλιστα από νεαρή ηλικία, πριν αρχίσουν να φυτρώνουν πλουτοκρατικές μεγαλομανίες στα μυαλά των αγάμητων εφήβων.

Για "πράξη" οικολογική , καυλώνουμε όλοι μαζί,

όχι στις βίλες των καπιταλιστών και στα μπιζού κάθε καριόλας,

ναι στα δωμάτια των φοιτητών και στα υπόγεια της Λόλας.

Friday, October 12, 2007

ψυχολογικά προβλήματα

Οι τηλεφωνικές συνομιλίες μου με κάποιους φίλους και συγγενείς από Ελλάδα ακούγονται τον τελευταίο καιρό γεμάτες παράσιτα και προσεισμικούς τριγμούς που έρχονται από βαθιά μέσα τους, από ψυχοφθόρες τριβές που τους κλυδωνίζουν και τους κάνουν επίφοβους για ψυχολογικά πατατράκ με τέτοια 8άρια που σε κάνουν ερείπιο.

Όσοι κατοικούν σε ψυχολογικά σεισμογενείς περιοχές θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στους τριγμούς τους.

Οι τριγμοί είναι σε άλλους βοεροί, με ισχυρές κρίσεις, (πανικός, κατάθλιψη, μανία, μανιοκατάθλιψη, παράνοια, ιδεοψυχαναγκασμός, κλπ.), και σε άλλους υπόκωφοι, με έρπουσες κρίσεις, (άγχος, φοβία, υστερία, νεύρωση, κλπ.), και εκδηλώνονται ποικιλοτρόπως -από διαταραχές ύπνου (αϋπνία ή υπνηλία), διατροφής (βουλιμία ή ανορεξία) και εξαερισμού (δύσπνοια ή δυσκοιλιότητα), μέχρι διαταραχές προσωπικότητας, σχέσεων και λογικής- ενώ, σετάρουν με ένα μάτσο ψυχοσωματικά συμπτώματα.

Δεν είμαι ειδικός στο ψυχοτραλαλά για να εκφέρω εμπεριστατωμένη γνώμη για το τι συμβαίνει ακριβώς σε αυτές τις περιπτώσεις και τι χρειάζεται για κάθε μία από αυτές, αλλά υπάρχουν κάποια γενικά χαρακτηριστικά στα προβλήματα της ψυχής τα οποία ξεκινούν από αυτό που πολύ απλά είναι η ίδια η ψυχή και πώς εμείς της αλλάζουμε τον αδόξαστο.

Στις Υποθέσεις Γενικής Θεωρίας, κεφάλαιο 9, υπο-θέτω την «ψυχή» σαν την πεμπτουσία της ενότητας που μας κρατάει στη ζωή, σαν αυτό δηλ. που ενώνει τα μέρη μας σε ένα οργανικό όλον, το οποίο αποκτάει ζωή και υπόσταση ως ζω-ον από αυτήν ακριβώς την ένωση των μερών του. Όταν αυτή η ενότητα χάνεται, η ψυχή φεύγει και το ζω-ον διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθη.

Οπότε συμπεραίνω ότι:

«Γενικά, όσα ονομάζουμε ψυχολογικά προβλήματα δεν είναι παρά οξείς ενοχλήσεις της ψυχής, σαν ενότητας, από διαχωριστικές πράξεις και διασπαστικά βιώματα μας. Ενοχλήσεις που δεν τις εισακούσαμε και δεν τις σχετίσαμε, μέσω της συνείδησης, με τον λόγο μας, ώστε να τις δώσουμε έκφραση και διέξοδο.»

Και συμβουλεύω να δώσουμε λόγο στα συναισθήματά μας, διότι μέσω αυτών η ψυχή, ως ενότητα, μας ειδοποιεί αν είμαστε σε επαφή με το Είναι μας (συναισθήματα ευφορίας) ή μακριά από Αυτό (συναισθήματα δυσφορίας), διότι:

«Αν κωφεύουμε στα συναισθήματα μας, μη υπακούοντας στις εντολές τους, από κάποιο τραυματικό ψυχαναγκασμό, ή μη εκφράζοντας τα, από κάποιο εξωτερικό εξαναγκασμό, τότε, αυτά αντιδρούν ανάλογα με την πίεση που δέχονται. Άλλοτε πλημμυρίζουν και μας πνίγουν σε μια αδιέξοδη θλίψη (κατάθλιψη) ή σε μια βασανιστική υπερδιέγερση (μανία). Άλλοτε κλιμακώνονται σε εσωτερική κραυγή, που αν δεν την εκφράσουμε εκρήγνυται διαλύοντας το λογικό μας (παράνοια ή σχιζοφρένεια).»

Ακριβώς επειδή δεν στήνουμε αυτί στα συναισθήματά μας, έρχονται οι τριγμοί για να τα ακούσουμε και αν συνεχίζουμε να κάνουμε τα κουφάλογα τότε ακολουθεί το πατατράκ.

Δεν τρελαινόμαστε από τη μία μέρα στην άλλη, ούτε βαράμε μπιέλες αν ακούμε με προσοχή πώς δουλεύει ο ζωοφόρος κινητήρας μας.

Αν κάνουμε της ανήξερους ενώ αυτός αγκομαχάει θα μείνουμε στη μέση του δρόμου. Μετά θα τον τρέχουμε στους μηχανικούς και τους γκαραζιέρηδες, (αν υπάρχει βέβαια περίπτωση θεραπείας, γιατί δεν αποκλείεται να έχει πάθει καμία ανήκεστο). Αν είμαστε τυχεροί με τους θεραπευτές μας καλώς, αν πέσουμε όμως σε κανέναν άσχετο, τότε την κάτσαμε.

Γι'αυτό, το πιό σίγουρο είναι η έγκαιρη διόρθωση της πορείας μας όπως επιτάσσει η ψυχή μας, και να μην ακούμε κανέναν άλλον, αν θέλουμε να τα έχουμε καλά μαζί της.

Monday, October 8, 2007

ταινίες και ιδέες

Υπάρχουν κάποιοι αξιολογικοί κανόνες που μπορούν να έχουν γενικότερη ισχύ, πέρα από το αρχικό πεδίο εφαρμογής τους.

Έτσι, αυτό που έγραψα για το πώς να αξιολογούμε τα άτομα σε σχέση με τις ιδέες, θα μπορούσε μια χαρά να εφαρμοσθεί και για την αξιολόγηση των ταινιών.

Όχι μόνο γιατί οι ταινίες είναι προϊόντα ατόμων, όποτε επηρεάζονται από τη σχέση αυτών με τις ιδέες, αλλά και γιατί οι ίδιες έχουν μια δική τους ξεχωριστή παρουσία και μπορούν να αξιολογηθούν ατομικά, χωρίς αναφορά στους δημιουργούς τους, που μπορεί να μας είναι άγνωστοι.


Σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα, αυτό που κάνει μια ταινία αξιόλογη δεν είναι ο εαυτός της, είναι η σχέση της με κάποια αξιόλογη ιδέα. Είναι να θέλει να πει κάτι, πέρα από το πόσο «καλή» είναι, και αυτό το κάτι να είναι ενδιαφέρον.

Όχι να είναι καραμπαμπάμ ή ουάου ή «το κάτι άλλο» ως ταινία, αλλά να μην έχει να μας πει τίποτε .

Ούτε να διατείνεται ότι λέει κάτι, αλλά να μη βλέπεται .


Στην κραυγαλέα περίπτωση των δραχμοβόρων εμπορικών ταινιών, (που στήνονται σαν εισπρακτικές μηχανές, χωρίς κανένα κινηματογραφικό μεράκι), το ξεδιάλεγμα είναι εύκολο. Κάνουν μπαμ ότι η μόνη ιδέα που έχουν είναι πώς να γεμίσουν τα ταμεία, ώστε μετά οι exec-παραγωγοί τους να πάρουν προαγωγή σε chief και από εκεί σε CEO, με τη φιλοδοξία να παίξουν μια μέρα γκολφ με τον Prezident στο Καμπ Ντέηβιντ, που είναι και το απόγειό τους.

Σε αυτές τις κραυγαλέες περιπτώσεις απορώ γιατί μερικοί κριτικοί βρίσκουν κάποια ιδέα κρυμμένη πίσω από τις εφετζίδικες κατασκευές ή το κονσερβαρισμένο σασπένς αυτών των ταινιών, πέρα από τα φράγκα. Εκτός αν αυτοί οι κριτικοί τα παίρνουν, το οποίο είναι και το μόνο λογικό, αλλιώς έχουμε να κάνουμε με παντελώς βλάκες, το οποίο είναι πολύ πιθανό.


Εκεί που τα πράγματα μπερδεύονται είναι στις ταινίες που αποκλίνουν από τις ξεκάθαρα εισπρακτικές πατέντες και δεν σκοπεύουν μόνο να μαζεύουν τα φράγκα της αμόρφωτης πλέμπας, αλλά και τα αστεράκια της μορφωμένης.

Σε αυτές, στις οποίες πέφτει το καλλιτεχνικό μαγείρεμα, μπορεί να τρως φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Εδώ, η κριτική σκέψη πρέπει να είναι τόσο διεισδυτική που να πιάνει την κρυμμένη ιδέα τους.

Η ιδέα μιας ταινίας μπορεί να αναζητηθεί στον λόγο της δημιουργίας της.


Αν ο λόγος δημιουργίας μια ταινίας δεν είναι κάποια ιδέα, τότε θα πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία της ύπαρξής της κάπου έξω από αυτήν, σε αυτόν που την έκανε, για κάποιους δικούς του λόγους, με πιθανότερους…

…να κάνει ταινία για να πει ότι έκανε (περίπτωση πρωτοεμφανιζόμενων ή σπανιοεμφανιζόμενων)

…να βγάλει λεφτά για να πάρει σπίτι, είτε κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του (περίπτωση Ελλήνων) είτε βίλα στο Μαλιμπού (περίπτωση Αμερικάνων)

…να πηγαίνει σε φεστιβάλ για να γνωρίζει κόσμο, (περίπτωση φεστιβαλο-κυνηγών)

…να παίρνει βραβεία για να βγαίνει φωτογραφίες, να τον αναγνωρίζουν από τις φωτογραφίες για να μη χρειάζεται να συστήνεται ή ακόμη καλύτερα να έρχονται να του συστηθούν ή ακόμη πιο καλύτερα να βάζουν μέσο για να του συστηθούν, οπότε είναι άρχοντας, (περίπτωση αρχοντάνθρωπων).


Αν, από την άλλη πλευρά, ο λόγος δημιουργίας μιας ταινίας ήταν μεν μια ιδέα, αλλά η ταινία δεν μπόρεσε να σταθεί στο ύψος της και της γάμησε τα πρέκια στην πορεία, τότε, αλλού τα κακαρίσματα αλλού γεννούν οι κότες.

Επειδή έτυχε να μπλέξω με τα πίτουρα, ξέρω ότι είναι πολύ δύσκολο να δώσεις σε μια ιδέα υπόσταση, αλλά αν δεν της την δώσεις είναι ανυπόστατη, όπως, ανάλογα ανυπόστατη είναι και μια υπόσταση χωρίς ιδέα.

Friday, October 5, 2007

άτομα και ιδέες

Οι ιδέες έχουν μεγάλη ανυψωτική δύναμη για όσους τις πιστεύουν και επιβιβάζονται στο αφαιρετικό όχημά τους για να ταξιδέψουν, αλλά, για να έχουν ένα ασφαλές ταξίδι, θα πρέπει να προσέχουν πολύ καλά ποιοι είναι το πλήρωμα.

Το πλήρωμα κάθε ιδέας, (που μπορεί να είναι και ομαδικό, όταν η ιδέα πλοηγείται από όλους και όχι μόνο από κάποιους στο πιλοτήριο), αποτελείται από άτομα πολύ συγκεκριμένα, με σάρκα και οστά. Μπορεί η ιδέα να είναι μεγάλη, αλλά αυτά πολύ μικρά, και να μη μπορούν να αρθούν στο ύψος της, οπότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος γκρεμοτσακίσματος.

Η μικρότητα του πληρώματος μπορεί να διακυμαίνεται από μικροπρέπεια μέχρι ανικανότητα - ενδιάμεσα, αυτές οι δύο μπορεί να υπάρχουν σε διάφορους συνδυασμούς, άλλοτε με την μεγαλοπρέπεια και την ικανότητα (ικανά αλλά μικροπρεπή άτομα ή μεγαλοπρεπή αλλά ανίκανα), και άλλοτε μεταξύ τους (μικροπρεπή και ανίκανα άτομα, πακέτο).

Όποιος λοιπόν επιβιβάζετε στο όχημα μιας ιδέας πρέπει, μπαίνοντας μέσα, να κοιτάζει προσεχτικά ποιοι βρίσκονται εκεί. Ποιοι οι οδηγοί και οι συνοδηγοί, οι συνοδοί και οι συνταξιδιώτες του. Έναν έναν στα μάτια. Αλλά προσοχή. Πρέπει να κοιτά τα άτομα, όχι τις ιδέες που επικαλούνται. Αν αυτό που βλέπει στα πρόσωπά τους του εμπνέει εμπιστοσύνη τότε καλώς. Αν φάει τα μούτρα του θα τα έχει φάει γιατί είναι βλάκας, όχι απρόσεκτος.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι τα άτομα προηγούνται των ιδεών, διότι ένα άτομο που δεν έχει καμία ιδέα είναι παντελώς αδιάφορο. Δεν μας λέει τίποτε και δεν μας πάει πουθενά, επειδή στερείται της αφαιρετικότητας των ιδεών και της δυνατότητάς τους να μας πάνε κάπου πέρα από το συγκεκριμένο που ζούμε, την καθημερινότητα.

Ένα άτομο που δεν έχει καμία ιδέα, το πολύ που μπορεί να κάνει είναι να κάνει ιδέα τον εαυτό του και να θέλει μετά να ακολουθήσουμε το ανύπαρκτο μεγαλείο αυτής της ιδέας.

Θα πρέπει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά για τα άτομα που έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και κάνουν θέαμα τα έργα και τις ημέρες τους. Πολλά από αυτά είναι "μεγάλοι σκηνοθέτες" του εγωκεντρικού τους θεάματος, και πρέπει να εξετάζουμε διεισδυτικά αν πίσω από το ταρατατζούμ έχουν κάτι να μας πουν πέρα από το πόσο μεγάλοι είναι.

Σε αυτήν την περίπτωση, το ζητούμενο είναι η ιδέα και όχι το άτομο.

Επειδή, όμως, πολλές φορές, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι σε ποια περίπτωση έχουμε πέσει, θα πρέπει, για ένα ασφαλές ταξίδι, να προσέχουμε και τις ιδέες και τα άτομα.

Χρειαζόμαστε ιδέες για να μας ταξιδέψουν, αλλιώς θα βαλτώσουμε στην καθημερινότητα. Αλλά, θα φάμε τα μούτρα μας αν δεν προσέξουμε το μέσον με το οποίο θα ταξιδέψουμε, που δεν είναι άλλο από τα άτομα -τους φορείς των ιδεών. Που δεν είναι άλλο από εμάς τους ίδιους.

Wednesday, October 3, 2007

τα "απαυτά" μας και η πολιτική

Επειδή η πρόσφατη πολιτικολογία μου θέτει τα ατομικά κίνητρα σαν βάση όποιας πολιτικής θέλει να είναι σωστή, πρέπει να διευκρινήσω ποιο είναι το δικό μου αρχικό κίνητρο.

Το αρχικό μου κίνητρο είναι οι γυναίκες.

Δεν ξέρω για τους άλλους τι είναι αυτό που τους κοινωνικοποίησε (και κατά συνέπεια τους πολιτικοποίησε, αναγκαστικά και μη), εμένα πάντως ήταν «αυτό» που οι γυναίκες έχουν ανάμεσα στα πόδια τους.

Δεν είναι μόνο ότι «αυτό» με έβγαλε στον κόσμο (άρα, με κοινωνικοποίησε αναγκαστικά και μη), είναι ότι από μια ηλικία και μετά (από τα 7) ήθελα να ξαναμπώ σε «αυτό» που με έβγαλε στον κόσμο, για να με ξαναβάλει τώρα σε αυτόν και να είμαι μέσα στα πράγματα.

Επειδή δεν μου πήγαινε να χωθώ με το κεφάλι, όπως βγήκα, αλλά να χώσω το «αντ-αυτού» μου σε «αυτό», οι ισορροπίες μεγεθών με κατηύθηναν σε «αυτο»-φέρουσες παιδίσκες της ηλικίας μου πάνω κάτω (με κάτω τα 5 και πάνω τα 10).

Με αυτήν την πάνω-κάτω διακύμανση πορεύτηκα αθώα με τις γειτονοπούλες μου μέχρι τα 13 οπότε άρχισαν να ζώνουν οι καύλες τα «αυτά» μας και είμασταν έτοιμοι όσοι διατελούσαμε κατακαυλωμένοι να «απαυτωθούμε» κανονικά.

Εκεί πάνω, λοιπόν, στην πρωτόγνωρη καύλα συνέβη μια απορρύθμιση τής φυσιολογικά αναμενόμενης κανονικότητάς μας και μας τέθηκαν εξωτερικοί κανόνες παντελώς ακατανόητοι για το αθώο μου μυαλό. (Δεν αφορούσαν το πώς να «απαυτωθούμε» χωρίς γκαστριές και τέτοια – αυτό θα το καταλάβαινα.)

Ποιος ήταν αυτός που έθετε αυτούς τους κανόνες, εν ονόματι ποιού και γιατί; Έτσι, μοιραία, άρχισα να σκέφτομαι περί κοινωνίας και σκέψη με τη σκέψη έφτασα στην πολιτική. Φαίνεται ασύνδετο για όσους λένε "στα απαυτά μας η πολιτική", αλλά εμένα προσωπικά αυτό που με συνέδεσε μαζί της είναι αυτά ακριβώς τα «απαυτά» μας.

Friday, September 28, 2007

"αριστερά" και "δεξιά", σωστό και λάθος

Συζήτησα πολύ για την πολιτική τελευταία, με αφορμή τα γεγονότα στην Ελλάδα, και μου τέθηκε το ερώτημα τι προτείνω εγώ ως σωστό, πέρα από το να υποδεικνύω το λάθος.

Κατ’ αρχή, το ερώτημα της πολιτικής δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο ως προς την ελληνική πραγματικότητα, διότι είναι ευρύτερο. Η ελληνική πολιτική «σκηνή» έχει τις ιδιαιτερότητές της (οικογενειοκρατία, ευνοιοκρατία, αναξιοκρατία, κλπ.) αλλά οι βασικές της συνιστώσες εξαρτώνται από τις διεθνείς εξελίξεις, τόσο στην πολιτική πρακτική όσο και στη θεωρία.

Οι όροι «αριστερά» και «δεξιά» δεν νομίζω ότι είναι ελληνική ανακάλυψη, αλλά έρχονται από αλλού, (από τα έδρανα της γαλλικής προεπαναστατικής εθνοσυνέλευσης, νομίζω), όπως από αλλού προέρχεται και το σύνολο σχεδόν των πολιτικών όρων που χρησιμοποιούνται εν Ελλάδι. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα.

Το θέμα δεν έχει να κάνει με την ελληνικότητα ή όχι μιας πολιτικής πρότασης. Θα μπορούσε μια χαρά να είναι ελληνική και να γίνει διεθνής ή ανάποδα, εφόσον εξετάζει το ζήτημα της πολιτικής στις ουσιαστικές συνιστώσες του.

Το πολιτικό ζήτημα είναι διεθνές, εκ των πραγμάτων, ειδικά, σε μια εποχή παγκοσμιοποιημένη, όπου η αλληλεξάρτηση των εθνών μεταξύ τους και όλων μαζί με το φυσικό περιβάλλον καθιστά τις εθνικές πολιτικές αλληλένδετες.

Πάμε τώρα στην ουσία. Τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει; Ποιο είναι το σωστό;

Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το βασικό ερώτημα σε κάθε τι, και κυρίαρχα στην πολιτική, το οποίο με απασχόλησε διεξοδικά στις Υποθέσεις Γενικής Θεωρίας, όπου το εξετάζω "φιλοσοφικά", αφού είναι αδύνατο να κάνεις οποιαδήποτε σοβαρή πρόταση που να είναι προοπτικά σωστή, αν αυτή δεν βασίζεται σε μια εις βάθος θεώρηση του τι είναι το σωστό.

Είναι το ερώτημα το οποίο η τρέχουσα πολιτική θεωρία (και κατά συνέπεια η πολιτική πρακτική), δεν έχει εξετάσει σε βάθος, εξ ου και τα αδιέξοδα της πολιτικής, που την κάνουν ευάλωτη σε πιέσεις μεμονωμένων συμφερόντων.

Επ’ αυτού, θεωρώ ανεπαρκέστατες τις απαντήσεις τόσο της «αριστεράς», όσο και της «δεξιάς».

Η «αριστερά» μού λέει ότι σωστό είναι το «δίκιο του εργάτη». Σε αυτό έχει κολλήσει εδώ και δύο αιώνες, έστω και αν στον όρο εργάτη έχει προσθέσει η «ανανεωτική αριστερά» και κάθε άλλον αδικημένο. Πολύ καλά κάνει, και αυτήν ψηφίζω ελλείψει άλλου πολιτικού φορέα στο προσκήνιο, αλλά, πέρα από τη συναισθηματική συμπαράταξη υπέρ του αδικημένου, δεν ευσταθεί πολιτικά.

Η «αριστερά» δεν εξετάζει την ευθύνη του αδικημένου στην αδικία που υφίσταται παθητικά στην αρχή και την επιτρέπει να λάβει τέτοια έκταση ώστε να μη μπορεί να αντιδράσει μετά. - Της διαφεύγει η ευθύνη του ατόμου, διότι δεν βάζει το ατομικό στο κέντρο της προσοχής της, αλλά, το συλλογικό, το οποίο όμως μπορεί εύκολα να γίνει ένα μόρφωμα που καλύπτει την ανευθυνότητα και επιτρέπει την αναπαραγωγή της αδικίας.

Η "δεξιά" βάζει, μεν, το άτομο στο κέντρο (θεωρητικά), αλλά το κάνει ψευδο-φιλελεύθερα και όχι καθαρά. Παίζει «βρώμικα» το χαρτί του ατομισμού διότι δεν δέχεται να «ξαναμοιραστεί η τράπουλα» ώστε ο καθένας να μπαίνει στο παιχνίδι ως άτομο καθαρά και μόνο – δηλαδή, με ό,τι έχει από γεννησιμιού του, από τη φύση ή από τον «θεό» (που η δεξιά τόσο επικαλείται) – αφού, η δεξιά υπερασπίζεται τα κληρονομημένα προνόμια που διαθέτουν όσοι είναι παιδιά πλουσίων, οι οποίοι εκτός από άτομα έχουν και κάποια εκατομμύρια για να κάνουν παιχνίδι, ενώ οι άλλοι δεν έχουν μια.

Οπότε, η «δεξιά» καταλήγει θεματοφύλακας της «κληρονομημένης» αδικίας και η «αριστερά» υπέρμαχος ενός δικαίου που στο τέλος αναπαράγει την αδικία, επειδή, ούτε η μία ούτε η άλλη υποστηρίζουν ουσιαστικά τη θεμελιώδη συνιστώσα της κοινωνίας (δίκαιης ή άδικης), δηλαδή, το άτομο.

Εγώ θέτω το άτομο στη βάση της πολιτικής μου πρότασης και το ενθαρρύνω να παλέψει την αδικία όχι μόνο των πλουτοκρατών, αλλά την αδικία κάθε μορφής, ακόμη και αυτής όπου το ίδιο το άτομο αδικεί τον εαυτό του όταν φοβάται να εκφραστεί όπως αυτό θεωρεί σωστό.

Εδώ ακριβώς τίθεται το θέμα του σωστού και του λάθους. Το τι είναι σωστό δεν μπορεί να το πει στο άτομο καμία εξωτερική εντολή, είτε από κάποιον «Θεό», είτε από κάποιον κοινωνικό θεσμό.

Για όποιον «Θεό» και να μιλάμε, από τη στιγμή που με αυτόν εννοούμε την ολότητα στην οποία εντάσσονται όλα, τότε ο Θεός βρίσκεται και μέσα στο άτομο, αλλιώς τι ολότητα θα ήταν. Επίσης, κανείς δεν βρίσκεται στην προνομιακή θέση να κάθεται πιο κοντά στον Θεό ώστε να μας μεταφέρει τις εντολές του, αφού ο Θεός βρίσκεται παντού και κοντά στον καθένα.

Όσον αφορά το κοινωνικά εντεταλμένο σωστό, αν η κοινωνία ήξερε ποιο είναι αυτό, δεν θα ήταν άδικη, που είναι.

Αν, όμως, το άτομο φέρει μέσα του το σωστό, τι είναι αυτό που το εμποδίζει να το εκδηλώσει και να το κάνει πράξη, έτσι ώστε όλα τα άτομα μαζί να απαρτίζουν μια κοινωνία που διορθώνει τα λάθη της ( την αδικία) κινούμενη προς το σωστό (το δίκαιο);

Αυτό που εμποδίζει το άτομο να εκδηλωθεί είναι ο φόβος και όσοι τον μετέρχονται συστηματικά εκφοβίζοντας το ώστε να μη κινηθεί προς αυτό που θεωρεί το ίδιο σωστό και έτσι να αμφισβητήσει το προνόμιο τους να ορίζουν αυτοί το σωστό αυθαίρετα, όπως τους συμφέρει.

Το άτομο, βέβαια, πρέπει να παλέψει τον φόβο και να επιδείξει γενναιότητα κινούμενο από μόνο του υπέρ εαυτόν, «επί προσωπικού». Η εαυτο-κινούμενη γενναιότητα του είναι βασική προϋπόθεση της όποιας πολιτικής δράσης, η οποία είναι θεμιτό να πάρει μετά συλλογική μορφή, από τη στιγμή που το άτομο δεν μπορεί από μόνο του να νικήσει «κληρονομημένους» μηχανισμούς που έχουν τη δύναμη να το κατατροπώσουν.

Εδώ ακριβώς το ατομικό συναντάει το συλλογικό και εδώ είναι που πρέπει να εστιαστεί η όποια πολιτική θέλει να είναι σωστή.

Ο στόχος αυτής της πολιτικής πρέπει να είναι διπλός:
- η άρση του φόβου και ο περιορισμός όσων τον μετέρχονται συστηματικά, από τη μια
- η ενθάρρυνση του ατόμου να κινηθεί γενναία, από την άλλη.

Με αυτόν τον διπλό στόχο μπορεί να χαραχτεί μια συνολική πολιτική πρόταση που θα ξεπεράσει το αδιέξοδο της αριστερο-δεξιάς και θα δώσει νέα προοπτική στην πολιτική δράση.

Tuesday, September 25, 2007

κάτι δεν πάει καλά με τη δημοκρατία, μου φαίνεται

Προβληματίζομαι καμιά φορά με τη δημοκρατία, που δίνει δύναμη στο πλήθος να κυβερνάει. Μπορεί το πλήθος να χειραγωγείται, αλλά τελικά αυτό καθορίζει με τη ψήφο του ποιός από τους χειραγωγούς του θα κάνει κυβέρνηση. Θα μπορούσε μια χαρά να διαλέξει κάποιους άλλους, καθόλου χειραγωγούς, αρκεί να τους ψήφιζε.

Φανταστείτε ότι είναι τόσο απλό να αλλάξει ο κόσμος, όσο το να πάνε μια Κυριακή βόλτα όλοι αυτοί που ψηφίζουν χειραγωγημένα και να ψηφίσουν διαφορετικά. Τόσο απλό. Όμως δεν το κάνουν.

Ψηφίζουν «στα σίγουρα», μαζικά, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο και διορισμένα τα παιδιά τους, δίνοντας ισχύ σε λαϊκιστές που χαϊδεύουν τα αυτιά τους και παίζουν με τις προκαταλήψεις τους, ενώ τους οδηγούν σε διάφορες καταστροφές (εθνικές, περιβαλλοντικές, κοινωνικές, κλπ.), που αυτοί οι πολλοί δεν θέλουν να δουν, αν και κάποιοι φωνάζουν δείχνοντας προς τα εκεί.

Οπότε εγώ πρέπει να περιμένω την πλειοψηφούσα μάζα να φάει τα μούτρα της, χτυπώντας κατακούτελα εκεί όπου οδηγείται από την αδράνεια της, για να βάλει μυαλό όταν πια θα είναι πολύ αργά, για αυτήν και για μένα, για πολλούς και πολλά.

Μου φαίνεται ότι κάτι δεν πάει καλά με τη δημοκρατία, γενικά, σαν πολίτευμα, από τη στιγμή που μπορεί να δίνει τη δυνατότητα σε μια πλειοψηφία (σχετική ή όχι, δεν έχει σημασία) να ποδοπατεί τους πάντες και τα πάντα, επειδή δεν βλέπει μπροστά της.

Μετά τις εκλογικές επιτυχίες που έφεραν διάφορους κάφρους ( βλ. Χίτλερ, Μπους και Αχμαντινετζάντ) στην εξουσία, νομίζω πως ήρθε η ώρα να επανεξεταστεί το θέμα της δημοκρατίας και όχι να φοβόμαστε να το θέσουμε, επειδή «χύσαμε αίμα» να τη φέρουμε.

-------------------------
ΥΓ1. Με αυτά που συμβαίνουν αυτές τις μέρες στη Μυανμάρ, ξαναϋπερασπίζομαι τη δημοκρατία. Εντάξει, στην Ευρώπη μπορούμε να κάνουμε κριτική σε αυτήν - έχουμε αυτήν την "πολυτέλεια", θα έλεγα- και καλά κάνουμε. Αλλά μη ξεχνάμε από τι βαρβαρότητα μας έβγαλε, (βλ. Μυανμάρ), έστω κι αν σε κάποιες περιπτώσεις μας έβαλε σε χειρότερη (βλ. Χίτλερ). Το ιστορικό ισοζύγιο της ήταν όμως θετικό. Όσοι μεγάλωσαν στη χούντα, θα συμφωνούν, φαντάζομαι.

ΥΓ2. Τώρα που το ξανα-ξανασκέφτομαι, ο Χίτλερ για να κάνει ό,τι έκανε κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα, αφού πρώτα εκλέχθηκε δημοκρατικά. Επέβαλε δικτατορία, δηλαδή, για να επιβάλει τον ναζισμό. Άρα, σε αυτήν την περίπτωση η υπεράσπιση της δημοκρατίας θα τον φρέναρε.

Οπότε, υπερασπίζομαι τη δημοκρατία προς τα κάτω, σαν φράγμα στη διολίσθηση προς τον βαρβαρισμό, αλλά, γίνομαι κριτικός προς τα πάνω, θέτοντας ζήτημα "ποιοτικού ελέγχου" στις επιλογές της ποσοτικά υπεράριθμης πλειοψηφικής μάζας.

Friday, September 21, 2007

μετρητής ύπαρξης

Την ξεκάθαρη εικόνα ότι υπάρχω την έχω από τις αντιδράσεις των άλλων. Αν στο πέρασμά μου δεν αντιδράει κανείς, ακόμη και αν τού κουνάω τα χέρια ή την έχω έξω ως επιδειξίας, τότε πολύ πιθανό να αισθανθώ ανύπαρκτος, (παρόλο που ο Καρτέσιος θα φωνάζει μέσα μου "σκέφτομαι άρα υπάρχω")

Τον στοιχειώδη βαθμό της ύπαρξής μου τον επιβεβαιώνω όταν οι άλλοι (άνθρωποι ή και ζώα) αντιλαμβάνονται την τρισδιάστατη παρουσία μου στον χώρο. Όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να αισθανθώ την ύπαρξή μου πλήρη, αν οι άλλοι το μόνο που εκλαμβάνουν από την παρουσία μου είναι τον όγκο που καταλαμβάνει και απλά στρίβουν να μην πέσουν πάνω του (ή κατουράνε στα πόδια μου αν είναι σκυλιά και με έχουν περάσει για κολόνα).

Για να νιώσω ότι δεν είμαι απλά ένας μετακινούμενος όγκος, έχω ανάγκη το πέρασμά μου από αυτόν τον κόσμο να προκαλεί μια διαφορά γύρω μου, στους άλλους, στα πράγματα, στον χώρο. Όσο μεγαλύτερη διαφορά προκαλεί τόσο περισσότερο αισθάνομαι ότι υπάρχω. Αυτό ισχύει για όλους, νομίζω, και απλά εναπόκειται στον καθένα να διαλέξει τι είδους διαφορά προτιμάει.

Έτσι, περνάμε από το ποσοτικό κριτήριο στο ποιοτικό. Διότι το θέμα τελικά δεν είναι πόσο μεγάλη την έχεις (την ύπαρξη σου), αλλά τι κάνεις με αυτήν.

Monday, September 17, 2007

τελικά αποτελέσματα

Είμαι σε μιαν άκρη του δρόμου, στο σκοτάδι. Υπάρχουν και άλλοι εκεί, λίγοι. Άλλοι κοιτάζουν τον τοίχο πίσω τους, άλλοι τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο και άλλοι τη φωτισμένη λεωφόρο, απέναντι τους. Εκεί παρελαύνουν οι νικητές, οι πολλοί.

Πρέπει να έχω συνηθίσει να είμαι στην άκρη διότι δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση που βρίσκομαι εκεί, πάλι. Δεν βρέθηκα ποτέ στη λεωφόρο, με τους άλλους μαζί. Μπορώ να πω ότι ούτε καν περνάει από τη φαντασία μου, πλέον. Το μόνο που μπορώ να φανταστώ τώρα είναι το χειρότερο, και αυτό δεν είναι το καλύτερο που περίμενα.

Friday, August 31, 2007

Γόνιμες συναντήσεις, ή όχι.

Η κάθε πραγματοποίηση έχει να κάνει με γόνιμες συναντήσεις – πολύ συγκεκριμένες, με πολύ συγκεκριμένα άτομα και πράγματα.

Αν συναντήσεις άτομα και πράγματα που ανταποκρίνονται σε αυτό που ζητάς να κάνεις, τότε αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί. Αν όχι, τότε δεν θα γίνει τίποτε.

Από μόνος σου δεν μπορείς να κάνεις πολλά. Το μόνο που μπορείς είναι να εκπέμπεις το ζητούμενο σου προς τους άλλους (για να δεις αν θα ανταποκριθεί κανείς) και να κινείσαι προς τους πιθανούς τόπους γόνιμων συναντήσεων.

Tuesday, August 28, 2007

το χειρότερο

Προχθές την Κυριακή, φύγαμε από Αθήνα γεμάτοι απελπισία για αυτόν τον τόπο και ήρθαμε Βερολίνο σαν φυγάδες από τον φλεγόμενο Λίβανο, συγνώμη την Ελλάδα.

Όσοι υπερηφανεύονται για το ανατολίτικο μπάχαλο που μας διακρίνει ως έθνος, θεωρώντας το εθνική μας χαριτωμενιά, αντίθετη στον ξενέρωτο δυτικό ορθολογισμό, ας το χαρούν τώρα στα αποκαϊδια.

Αυτό το κακό που έγινε θα έπρεπε να σοκάρει τόσο πολύ τους Νεοέλληνες που να συνέλθουν από τη φραπεδιάρικη αφασία τους και να φερθούν στοιχειωδώς υπεύθυνα, αλλά δεν ελπίζω να συμβεί κάτι τέτοιο - κι αυτό είναι το χειρότερο.

Να δείτε που η πλειοψηφία θα πάει να ψηφίσει στις εκλογές τούς ίδιους και τους ίδιους, με τα ίδια πάντα κριτήρια του βολέματος και των προσωπικών σχέσεων, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε, σαν να μην έχει διαλυθεί το κράτος από αυτούς που τόσα χρόνια εκλέγει και κατέρευσε παταγωδώς στις φωτιές της Πελλοπονήσου και της Εύβοιας.

Μόνο μια εθνική κινητοποίηση για αναδιοργάνωση του κράτους σε ορθολογικές βάσεις, με καινούργια πρόσωπα, μακριά από τα ξοφλημένα κόμματα, θα έδινε ελπίδες σε αυτόν τον τόπο. Μόνο έτσι θα μπορούσε να βγει κάτι καλό από αυτόν τον όλεθρο. Αλλά αυτό αποκλείεται να γίνει. Έτσι το μόνο που μένει είναι ο όλεθρος.

Monday, April 2, 2007

πάμε Ελλάδα

τα λέμε όταν γυρίσουμε με το καλό
καλοτάξιδοι όλοι

Friday, March 30, 2007

Χάσατε τη σειρά σας; Φτιάξτε μιαν άλλη!

Υπάρχει μια σειρά που γίνονται τα πράγματα κι αν για κάποιο λόγο έχεις χάσει τη σειρά σου είναι μετά κάπως δύσκολο να είσαι «μέσα στα πράγματα». Τι κάνεις τότε;

Θα μπορούσες βέβαια να τη ξαναχωθείς, για να ξαναπιάσεις θέση στην ουρά, αν δεν είναι φυσικά πολύ αργά.

Αν όμως έχει κλείσει η πόρτα, τελείωσαν τα νούμερα, το χάσατε το λεωφορείο και δεν έχει ταξί τι γίνεται;

Μια λύση είναι να κάτσεις και να κλαις τη μοίρα σου ή τη μαλακία που σε δέρνει, αλλά αυτή δεν είναι και τόσο παραγωγική.

Μια άλλη είναι αντί να σκύψεις το κεφάλι και να κοιτάς τον εαυτό σου στο πάτωμα για να δεις πόσο χαμηλά έπεσες, να το σηκώσεις και να δεις γύρω σου.

Τότε θα διαπιστώσεις έκπληκτος ότι υπάρχει ένα σωρό κόσμος εκτός από εσένα που έχει χάσει επίσης τη σειρά του.

Αυτό θα μπορούσε να είναι μια καλή αρχή για να φτιάξετε όλοι μαζί μια νέα σειρά που θα οδηγεί σε μια άλλη πραγματικότητα για την οποία θα έχει λεωφορείο που τα δρομολόγια θα τα κανονίζετε εσείς.

Thursday, March 22, 2007

Πού είναι Το Πάρτυ?

Οι Βερολινόκαυλες στο YouTube:

One night in Berlin, during the Berlinale film festival, me and my friend Nicolas wanted to have fun but we were not invited to any of that night's "big" parties, where only selected persons were welcome, and not simple fun-ners like us. Nevertheless, we decided to get anyway in one and so to prove the power of our will. Since we had no idea where this party could be, I thought we might find it if we go out on the streets and start asking the people about it.

Ένα βράδυ στο Βερολίνο, στη διάρκεια του κινηματογραφικού φεστιβάλ τής Μπερλινάλε, εγώ και ο φίλος μου Νικολά, θέλαμε να κάνουμε φαν, αλλά δεν είμαστε καλεσμένοι σε κανένα από τα "μπιγκ" πάρτυ της βραδιάς, όπου μόνο εκλεκτά πρόσωπα ήταν καλοδεχούμενα και όχι απλοί φαν-νερς σαν κι εμάς. Παρόλα αυτά, αποφασίσαμε να μπούμε οπωσδήποτε σε ένα κι έτσι να αποδείξουμε τη δύναμη της θέλησης μας. Μιας και δεν είχαμε ιδέα πού γινόταν αυτό το πάρτυ, σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να το βρούμε αν βγαίναμε έξω στους δρόμους κι αρχίζαμε να ρωτάμε τους ανθρώπους για αυτό.

Have a look

Πάρτε μάτι

Μέηκινγκ οφ: O filos mou o Nicolas eixe mia erasitexniki camera mazi tou ki ena mikrofono. Eixe erthei apo Parissi liges meres, gia na gyrissei ta ethnic axiotheata tou Verolinou, (diladi tous Tourkous), gia ena Parizianiko peiratiko kanali pou ypostyrizei tis meionotites (an kai oi Tourkoi sto Verolino einai mia apo tis pleionotites). Gyrissame to video me ayta ta penixra mesa, gia na spasoume plaka. Otan piga Parissi, to montarame sto podi, me enan filo, kai to compressarame gia na to vgaloume sto YouTube, gia na spasoun plaka kai alloi. Apo to poli compress, i poiotita tis eikonas den einai na ti vlepeis se megalo kadro, alla mono se mikro.

Sto YouTube, opoios kanei search gia “Berlinale party” tha pessei pano sto “Where is The Party” (me mia eikona enos ktiriou brosta) pou kamia sxesi me tis illustration ekdoseis twn VIP party.

Monday, March 19, 2007

Εγώ, ο άλλος Εσύ

Φαντάζομαι τον εαυτό μου να είμαι Ελλάδα, να έχω πήξει με την ελληνικούρα και να θέλω να τη κάνω έξω το Πάσχα, να πάρω λίγο αέρα σε κάνα Βερολίνο, αλλά να μην έχω πού να μείνω, είτε γιατί είμαι άφραγκος, είτε γιατί δεν έχω βρει φτηνό κατάλυμα.

Αν υπάρχουν κάποιοι/κάποιες που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στη φαντασία μου ας επικοινωνήσουν μαζί μου να δούμε τι μπορεί να γίνει. (Το email μου θα το βρείτε στο προφίλ.)

Εμείς από εδώ Βερολίνο θα πάμε οικογενειακώς Ελλάδα για Πάσχα να δούμε μαμά και φίλους και σκεφτήκαμε ότι θα μπορούσε κάποιος άλλος να μείνει σε εμάς όσο θα λείπουμε, υπό κάποιους όρους (όπως, να το έχει ανάγκη και να είναι καλό παιδί.)

Εντωμεταξύ, οι Βερολινόκαυλες κάνουν περιοδεία σε Παρίσι Λονδίνο να δουν την ανοιξιάτικη κολεξιόν από Παρισινόκαυλες και να Λονδινοκαυλώσουνε.

Σύντομα θα είμαστε και πάλι κοντά σας ως «εδώ Βερολίνο». Προς το παρόν είμαστε εδώ Παρίσι, κι από αύριο βράδυ εδώ Λονδίνο. Εδώ, το άλλο Εκεί, ένα πράγμα.

Thursday, March 15, 2007

Πάσχα στο Βερολίνο και καύλες του Πάσχα, δύο σε ένα

Οι Βερολινόκαυλες για να μην απογοητεύσουν όσους πέφτουν επάνω τους αναζητώντας «Βερολίνο» ή «καύλες» – αναζητήσεις που ενόψει του Πάσχα έχουν ιδιαίτερα αυξηθεί – και για να μη φανούν εγωιστικές ασχολούμενες μόνο με θέματα του προσωπικού ενδιαφέροντος τους - όπως φιλοσοφία, αφραγκία και πολιτική- κάνουν μια προσφορά πακέτο και στις δύο κατηγορίες ενδιαφερομένων.

Όσοι ψάχνονται να έρθουν Πάσχα στο Βερολίνο για να το γιορτάσουν παρέα με τους καθολικούς (μιας και τα Πάσχατα φέτος συμπίπτουν) να έχουν υπόψη τους ότι οι Βερολινέζοι ζήτημα αν πατάνε εκκλησία ακόμη και στον γάμο τους (τον θρησκευτικό), εκτός αν έχει κανένα κονσέρτο κλασσικής μουσικής, (που δίνουν συχνά οι εκκλησίες για να κάνουν σεφτέ).
[Μη χάσετε τη Φιλαρμονική του Βερολίνου. Μπορείτε να την ακούσετε τζάμπα αν πιάσετε δουλειά στην ορχήστρα σαν κλαρινετίστες]

Αν δεν σας ξετρελαίνει ο Μπραμς και θέλετε να ακούσετε το Υπερμάχω στα Γερμανικά απευθυνθείτε στον δήμαρχο του Βερολίνου, μια ξακουστή αδερφή που έχει βαλθεί να κάνει την πρωτεύουσα της Γερμανίας πρωτεύουσα της ακολασίας για να τραβήξει σεξοτουρίστες και έτσι να μαζέψει κανένα φράγκο για τα άδεια ταμεία του δήμου από τον φόρο στα προφυλακτικά.

[Οι γερμανικές καπότες πωλούνται πανάκριβα από τις αυτόματες μηχανές (3 ευρώ οι τρεις), κανονικά από τα σούπερ μάρκετ και τζάμπα από τις ψηλοτάκουνες κοπέλες που κάνουν πιάτσα Oranienburger strasse και Rosenthaler strasse 9μμ-3πμ]

Ο δήμαρχος του Βερολίνου προκειμένου να ανταγωνιστεί τον δήμαρχο της Μυκόνου –του αγαπημένου προορισμού των θρησκευόμενων εκδρομέων του Πάσχα – εκτός από το να σας κλείσει μια χορωδία για το Υπερμάχω μπορεί να οργανώσει για χάρη σας και μια περιφορά επιταφίου αν έχετε τηρήσει αυστηρά τη νηστεία της Σαρακοστής και δεν έχετε πει ποτέ τη λέξη «πούστη!»

[Η περιοχή του Βερολίνου με τους περισσότερους γκαίηδες –όχι πούστηδες, τον χάσατε τον επιτάφιο- βρίσκεται πέριξ της πλατείας Winterfeld στο Schoenebgerg]

Την ώρα της Ανάστασης μπορεί να σας κακοφανεί η έλλειψη οποιασδήποτε κλαγγής και κωδωνοκρουσίας πέρα από το κουδούνισμα του τραμ που θα σας προειδοποιεί να κοιτάτε μπροστά σας και όχι τον ουρανό για να δείτε μάταια πυροτεχνήματα. Με αφορμή που γλυτώσατε το τροχαίο μπορείτε στη συνέχεια να γιορτάσετε τον θρίαμβο της ζωής επί του θανάτου με μια μεταμεσονύκτια παρτούζα στο Kit Kat.

[To Kit Kat είναι ένα κλαμπ για όσους θέλουν να παρτουζωθούν και δεν απαιτεί κανένα ιδιαίτερο dress code πέρα από το να είστε γυμνοί κάτω από τα δερμάτινα εσώρουχα σας, τα οποία καλείστε να επιδεικνύετε αφήνοντας τα υπόλοιπα ρούχα στη γκαρνταρόμπα]

Την Κυριακή του Πάσχα μπορείτε να σουβλίσετε το αρνί σας σε κάποιο από τα πάρκα που επιτρέπεται το μπάρμπεκιου, όπως στο Mauer Park, όπου γίνεται χαμός από τις παρέες που ψήνουν μπριζολο-λουκάνικα μόλις ανοίξει ο καιρός.

[Mauer Park θα πει πάρκο του Τείχους ή Τείχος του πάρκου ή Τείχος με πάρκο ή πάρκο για Τείχους, όπου τα Τείχη πάνε για να ξεκουραστούν]

Αν μάλιστα σύρετε τον καλαματιανό γύρω από τη σούβλα, με ανάποδα ψαλίδια στον αέρα και να χτυπάτε τη φούντα στο τσαρούχι, δεν αποκλείετε να εντυπωσιάσετε την άμαθη Γερμανιδούλα από τη διπλανή φοιτητοπαρέα με τα λουκάνικα. (Τις μαθημένες αφήστε τες, μάς έχουν πάρει χαμπάρι).

Τότε θα πρέπει να επικαλεστείτε στη σύντροφό σας μια επείγουσα φυσική ανάγκη και αφού δεν υπάρχουν τουαλέτες εκεί κοντά θα βρείτε την ευκαιρία να παρασύρετε κάπου απόμερα την κατακαυλωμένη άμαθη, που θα σας ακολουθήσει υπνωτισμένη με ένα νεύμα, για να της δείξετε όσα έχετε μάθει τόσα χρόνια από "τσούγκρισμα αυγών".

Ως γνωστόν, ένα από τα βασικά προβλήματα που πρέπει να λύσει η αιφνίδια καύλα είναι το μέρος που θα φιλοξενήσει την εκτόνωσή της και αφού δεν γίνεται να κυλιόσαστε στο γκαζόν ή να πηδιόσαστε πίσω από τους θάμνους χωρίς να σας πάρουν χαμπάρι οι άλλοι τριγύρω και να θέλουν να πηδήξουν κι αυτοί (την νεαρά ή εσάς) θα πρέπει να ξέρετε καλά την περιοχή που κινήστε και να έχετε εντοπίσει από πριν τις πιθανές καβάτζες.

Επειδή όμως είσαστε άσχετοι από Βερολίνο και δεν θα βρείτε άκρη, θα πρέπει να μου τηλεφωνήσετε επειγόντως και να μου δηλώσετε πού βρίσκεστε ώστε να σας υποδείξω το κατάλληλο μέρος για να "τσουγκρίσετε τα αυγά" – αυτό θα είναι το συνθηματικό μας (χρέωση τηλεφωνήματος 19, 99€ / min)

Saturday, March 10, 2007

οι διανοούμενοι στο κομμωτήριο

Ζώντας στο Βερολίνο προβληματίζομαι καμιά φορά πώς τα κατάφεραν οι Γερμανοί και ξεκατινιάστηκαν τόσο με τον Χίτλερ. Όλος αυτός ο πολιτισμός που είχαν, με φιλόσοφους, επιστήμονες, καμπαρετζούδες και άλλους ζογκλέρ των γραμμάτων και τεχνών που έπιαναν πουλιά στον αέρα, δεν μπόρεσε να γλυτώσει τη Γερμανία από τον ναζιστικό λαϊκισμό και να οδηγήσει την πληγωμένη της εθνική περηφάνια σε μια πιο πεφωτισμένη λύση από το να θέλει να ξεμαλλιάσει τις άλλες εθνικές περηφάνιες και να κάνει την Ευρώπη μαλλιά κουβάρια.

Τι έκαναν οι Τόμας-Μάν-ηδες μπροστά στη λαίλαπα του ναζισμού; Τίποτε για να μη γίνει λαίλαπα, οπότε μετά ήταν αργά.

Αν δώσεις βήμα στην εξαλλοσύνη δύσκολο να τη συμμαζέψεις με ψηφοφορίες. Μέχρι να εισηγηθείς μέτρα αντίδρασης θα έχει πάρει όλα τα μικρόφωνα, θα ουρλιάζει, θα πνίξει τη φωνή σου και όταν απηυδισμένος θα πας να κάνεις ντου στο πόντιουμ θα σε χώσει μέσα για αντίσταση κατά της αρχής!

Έτσι και οι μεσοπολεμικοί αστέρες της γερμανικής διανόησης. Μέχρι να αναλύσουν το μουστάκι του Χίτλερ τούς είχε μαζέψει τα βιβλία στην πλατεία και τα έβαλε φωτιά.

Αλλά θα μου πεις, δεν είναι η πρώτη φορά που οι άνθρωποι του πολιτισμού αποδεικνύονται εντελώς ανίσχυροι μπροστά στους λαϊκιστές πολιτικούς που διεγείρουν τα πλήθη σηκώνοντας αγριεμένα την τρίχα της και πετώντας αυτούς σαν πιτυρίδα στο πάτωμα.

Η Αθήνα του Χρυσού Αιώνα βουτήχτηκε στη λύσσα του Πελλοπονησιακού πολέμου, και η Αμερική των μεγάλων πανεπιστημίων βάφει τα χέρια της στο αίμα του Ιράκ, αμφότερες με δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις (όπως δημοκρατικά εκλέχτηκε και ο Χίτλερ), όπου η πλειοψηφία αποφάνθηκε υπέρ του ξεμαλλιάσματος και άφησε τους διανοούμενους στο κομμωτήριο.

Αυτές οι τρεις τρανταχτές περιπτώσεις (και υπάρχουν πάμπολλες ατράνταχτες) φαίνεται ότι δεν είναι αρκετές για να καταλάβουν κάποιοι τη σημασία της πολιτικής εκπροσώπησης και να νομίζουν ότι θα τη βγάλουν καθαρή κοιτώντας μόνο τη δουλειά τους.

Ο επιθετικός λαϊκισμός που σαρώνει τα media και κάνει βουλευτές, κομματάρχες και υπουργούς τηλεσκουπίδια είναι ένα προμήνυμα ότι σε λίγο μπορεί να μας τα πάρουν σύρριζα με την ψιλή και εμείς να κοιταζόμαστε ακόμα στον καθρέπτη.

Tuesday, March 6, 2007

κανείς δεν είναι τέλειος

Ακούω το τικ-τακ κάποιου μετρονόμου μέσα μου όταν κάνω παραφωνίες και λέω νάτο πάλι με έπιασα στα πράσα. Ούτε ένα παράφωνο γκάρισμα δεν μπορώ να κάνω χωρίς να με φωνάξω γαϊδούρι, ενώ, ούτε σαν γαϊδούρι επιτρέπω να μου σηκωθεί δημοσίως για καμιά γαϊδάρα (αφού η άλλη μπορεί να θεωρεί τον εαυτό της παγόνι και το θέαμα ενός γαϊδάρου που προσπαθεί να βατέψει μια παγόνα είναι κάπως γελοίο).

Γαμώ το τικ-τακ του, αλλά τι να κάνουμε αφού ακούγεται σαν να υπάρχει κουρδισμένος μέσα μας κάποιος μετρονομικός μηχανισμός της τελειότητας που ρυθμίζει τη συμπεριφορά μας ώστε να τείνει στο τέλειο, όσο κι αν αυτό είναι ακατόρθωτο, (και για αυτό είναι τέλειο).

Αυτός ο μηχανισμός μάς ωθεί να αφήσουμε μια γκόμενα (τείνοντας στο τέλειο του Έρωτα) για μιαν άλλη, που θα μας αφήσει με τη σειρά της, να αλλάξουμε δουλειά (τείνοντας στο τέλειο της Δημιουργίας) για να γίνουμε άνεργοι καλλιτέχνες, να φύγουμε από την Αθήνα (τείνοντας στο τέλειο του Τόπου) για να έρθουμε στο Βερολίνο ως πολιτιστικοί πρόσφυγες, με σακιά από στοιχειώδη εφόδια κουλτούρας στην πλάτη, κλπ.

Δεν λέω, για να υπάρχει ο τελειοποιητικός μηχανισμός κάτι θα εξυπηρετεί και καλό είναι να τον ακούμε. Έλα ντε που το τικ-τακ του μερικές φορές ακούγεται σαν εκκωφαντικό ντιγκ-νταγκ κάποιας πένθιμης καμπάνας που σημαίνει την απόλυτη αποτυχία μας και πάει να μας σπάσει τα τύμπανα.

Τότε μάς φαίνεται ότι είμαστε ένα μάτσο χάλια (ενώ οι άλλοι είναι ένα μάτσο λουλούδια του κάμπου), τα λάθη που κάνουμε μας φαίνονται τραγικά (ενώ τα λάθη των άλλων τα περνάμε για κατορθώματα) και σερνόμαστε σαν σκουλήκια (ενώ οι άλλοι γίναν κιόλας πεταλούδες με φτερά).

Χάνουμε το μέτρο και την προοπτική και δεν βλέπουμε το γενικό μέσα στο οποίο είμαστε όλοι ενταγμένοι. Βλέπουμε ο ένας τον άλλον, αλληλοϋποβλεπόμαστε συγκρίνοντας ποιος την έχει μεγαλύτερη και φυσικά τα χάνουμε με τόσες ψωλές (και ως γνωστόν όποιος μετράει πολλές ψωλές κάποια θα μπει στον κώλο του).

Χωρίς την προοπτική του Γενικού, χάνουμε το βάθος του χρόνου μέσα στο οποίο ο άνθρωπος εξελίσσεται σαν είδος με τις διάφορες φάσεις του και όπου κανείς δεν πρόκειται να έχει φτερά αν η φάση είναι σκουλήκι.

Χωρίς βάθος όλα ακούγονται μπροστά και εκκωφαντικά, η παραμικρή παρατήρηση ηχεί σαν μομφή, η ψυχή μας ουρλιάζει για το λάθος αντί να μάς ψιθυρίζει το σωστό, οι ενοχές σκάνε σαν βόμβες γύρω μας και τρέχουμε στα χαρακώματα της αυτοτιμωρίας, όπου ο καθένας ταμπουρώνεται στις μέρες μας δίνοντας τον «προσωπικό του αγώνα», με δεδομένη την αποτυχία.

Αποκομμένοι από το Γενικό, είναι σαν να σηκώνουμε όλο το βάρος του κόσμου μόνοι μας, στην αγύμναστη πλάτη μας, επειδή νομίζουμε ότι ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει με εμάς και εμείς πρέπει να τον φέρουμε εις πέρας στα λίγα χρόνια της ζωής μας, όπου μέχρι να καταλάβουμε τι παίζει θα έχουμε ήδη γεράσει και δεν θα μπορούμε να σηκώσουμε το βρακί μας, όχι το βάρος του κόσμου.

Thursday, March 1, 2007

α=α ή η αναζήτηση της ταυτότητας

Το προηγούμενο ποστ που έγραψα για μένα καταλήγοντας στην αδυναμία αυτοπροσδιορισμού μου, προκάλεσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση στα comments ανάμεσα σε troll, aufheber και vamvax, την οποία θα ήθελα να θέσω ως κύριο θέμα σε αυτό το ποστ.

Έχοντας αντιληφθεί μέσα από τη ζωή ότι αυτό που αναζητεί ο άνθρωπος είναι η ταυτότητα του (με την έννοια της πλήρης ταύτισης τού γίγνεσθαι με το είναι του, έτσι που να μην αισθάνεται ότι άλλα είναι και άλλα κάνει), δεν ξέρω άλλο τρόπο που να αποδίδεται αυτό μαθηματικά από το α = α.

Αυτό το α = α αν το καλοκοιτάξουμε, όμως, θα δούμε ότι αποδίδει την ταυτότητα μεταφορικά και δεν την κυριολεκτεί. Η μεταφορά φαίνεται στο ότι το πρώτο α για να ταυτιστεί χρειάζεται μια μετάθεση στον χώρο προς ένα άλλο α, ίδιο μεν με αυτό, αλλά σε μια διαφορετική θέση , με την οποία συνδέεται με το ίσον = το οποίο κάνει γέφυρα ανάμεσα στις δύο θέσεις για να τις ενώσει.

Η καθαρή ταυτότητα, η ταυτότητα κατά κυριολεξία είναι το α από μόνο του, χωρίς να χρειάζεται καμία μετάθεση στον χώρο για να αποδειχθεί ταυτό με ένα άλλο α. Όμως αυτό είναι αδύνατο να το αποδώσουμε με οποιοδήποτε τρόπο, προφορικό ή παραστατικό, διότι ακόμη και να το υποδείξουμε στον χώρο σαν ένα σημείο σταθερό θα έχει μεσολαβήσει ο χρόνος που θα το κάνει διαφορετικό.

Το α καθ’ εαυτό είναι μια στιγμή που εμπεριέχει τα πάντα, την οποία είναι αδύνατον να εννοήσει ο άνθρωπος καθ’ ολοκληρία γιατί ο τρόπος που εννοεί τα πράγματα είναι μέσω του λόγου, που μπορεί να είναι ανα-λογος του Λόγου, αλλά δεν μπορεί να ταυτιστεί με αυτόν, τον λόγο όλων των πραγμάτων, άρα και λόγο του ανθρώπινου λόγου.

Αν προσπαθήσουμε να διανοηθούμε τον λόγο του λόγου μας για να εκφραστούμε μέσω αυτού ταυτολογικά θα δούμε ότι θα χάσουμε το νόημα των λέξεων μας και θα τα λέμε όλα χωρίς να λέμε τίποτε.
Έτσι, το να πούμε μόνο α, χωρίς να λέμε με τι ισούται αυτό ή με τι διαφέρει ή με τι σχετίζεται, δεν μας λέει κάτι. Ένα σκέτο α, χωρίς κάποια σχέση μάς φαίνεται χωρίς νόημα.

Το να φτάσουμε στο σημείο να μη χρειάζεται να λέμε τίποτε πια και όλα να είναι αυτονόητα μπορεί να είναι το κρυφό ζητούμενο του λόγου μας, το σημείο όπου αυτός θα ξεπεραστεί αφού θα τα έχει πει όλα, αλλά μέχρι τότε έχουμε πολλά να πούμε, και να κάνουμε.

Friday, February 23, 2007

ΕΞΙ

ανταποκρίνομαι εις διπλούν στους τρεις (Exiled, Troll, Houli) που με κάλεσαν να πεντο-περιαυτολογήσω επώνυμα (ως Στράτος Τζίτζης) με μια εξάδα (3Χ2=6)

1. Αν είχα λεφτά θα ασχολούμουν συστηματικά με τη φιλοσοφία, επί της οποίας έχω κάτι να πω, και να κάνω.

2. Δεν έχω λεφτά και μάλλον θα (ξανα)κάνω σινεμά για να βγάλω κάνα φράγκο, άντε και να πω κάτι.

3. Επειδή αφήνοντας (προσωρινά, έστω) τη φιλοσοφία μπορεί να χάσω το νόημα των πραγμάτων, είπα να κρατάω μπλογκοσημειώσεις όταν έχω χρόνο, για να με κρατούν σε επαφή με το πνεύμα μου και με άλλους συνοδοιπόρους.

4. Με απασχολεί η δυνατότητα πολιτικής κινητοποίησης και ανάληψης της ηγεσίας από εμπνευσμένα άτομα, όχι κατά τον ολοκληρωτικό τρόπο του Πλάτωνα, αλλά κατά έναν ερωτηματικό τρόπο.

5. Η ερω(τημα)τικότητα έχει παίξει μεγάλο ρόλο στη ζωή μου, και συνεχίζει να παίζει, αν και τώρα πρωταγωνιστεί στις επιλογές μου η κόρη μου, η αδιαμφισβήτητη υπερβατική δέσμευσή μου, δια βίου.

6. Υπάρχει κάτι πέρα από όλα αυτά, κάτι πέρα από τις πεντάδες των αυτοπροσδιορισμών μας, που είναι το πιο σημαντικό. Υπάρχει κάτι έκτο που μας διαφεύγει και είναι Αυτό που μας ξεπερνάει και μας προσδιορίζει ορίζοντας αυτό που πραγματικά είμαστε, αλλά είναι αδύνατον να το ξέρουμε οριστικά, γιατί πηγάζει άμεσα από τον Λόγο για τον οποίο υπάρχουμε και αυτόν δεν θα τον μάθουμε ποτέ.
Το μόνο που μπορούμε είναι να το προσεγγίσουμε ερω(τημα)τικά, όντας όσο γίνεται ειλικρινείς προς τις απώτατες επιθυμίες μας και ακολουθώντας τες όσο μπορούμε κατά την κλιμάκωσή τους προς το απόλυτο.

και με αυτό το έξι, λέω να κλείσουμε τον κύκλο με τις μεταξύ μας πεντάδες, καλώντας τούς έκτους, εκτός ημών, στο παιχνίδι.

όλοι εσείς οι διακριτικοί ανώνυμοι, όσοι έχετε να πείτε κάτι, αφήστε τις διακριτικότητες και παρακαλώ προσέλθετε.


μη φοβάστε τους αριθμούς και το επί πέντε πλήθος των μπλόγκερ. κανείς δεν έχει εξάρες. το έξι είναι ανοιχτό και αφήνει το περιθώριο στον καθένα να μπεί στο παιχνίδι.

Monday, February 19, 2007

λαγάνα από Μπερλινάλε

Μετά τα ψίχουλα από Μπερλινάλε, και αφού τελείωσε το πανηγύρι, ας κάνουμε έναν απολογισμό για να μοιράσουμε λαγάνα σε όσους δεν χόρτασαν με τα ψίχουλα.

Δεν είδα παρά ελάχιστες ταινίες, οπότε δεν μπορώ να μιλήσω για το μενού, αλλά είδα πώς δουλεύει το μαγαζί στην κουζίνα, όπως το περιέγραψα χονδρικά προχθές.

Η αλήθεια είναι ότι ανεξάρτητα από τις προθέσεις των μαγαζατόρων, οι ταινίες και το κοινό τους μπορούν να φτιάξουν μια κατάσταση φευγάτη, που να ξεπερνάει τα μπακαλοτέφτερα του αφεντικού και το μαγαζί να «πετάει».

Δεν ξέρω κατά πόσο το κοινό που συρρέει στις προβολές έρχεται με τέτοια «φευγάτη» διάθεση ή παρασύρεται από τη δημοσιότητα του φεστιβάλ, το οποίο θέλει να δει από κοντά και όχι μόνο από την τηλεόραση, αλλά υποθέτω ότι πολλοί είναι αγνοί σινεφίλ, έτοιμοι να ανοιχτούν στην κινηματογραφική εμπειρία.

Το αγνό κοινό, όμως, έχει απέναντί του ένα σωρό επαγγελματίες που δουλειά τους είναι να το καναλιζάρουν στις ταινίες της επιλογής τους, πολλές από τις οποίες έχουν φτιαχτεί για να επιλεγούν από αυτούς και όχι για να επικοινωνήσουν με το κοινό.

Αυτό που βλέπουν οι θεατές είναι αυτό που έχει επιλεγεί να δουν και αν αυτό έχει φτιαχτεί για να επιλεγεί από αυτούς που έχουν την εξουσία να επιλέγουν και όχι για να το δει ο κόσμος, τότε ο κόσμος δεν βλέπει παρά ένα θέαμα εξουσίας, νομίζοντας ότι βλέπει ταινίες.

Μη ξεχνάμε ότι ένας μηχανισμός εξουσίας στον χώρο του θεάματος, όπως αυτός της Μπερλινάλε, νοιάζεται κυρίως για την υπερίσχυση του. Για αυτό φροντίζει να φέρνει τους μεγάλους σταρ, τους καθιερωμένους σκηνοθέτες, τη τελευταία κολεξιόν από τις ταινίες της μόδας ή ό,τι άλλο εντυπωσιακό κυκλοφορεί στην πιάτσα, έστω και αν αυτό αφορά ακραία αυτοτσιμπουκώματα πειραματικού κινηματογράφου.

Μέσα στα πλαίσια ενός τέτοιου «μεγάλου φεστιβάλ», η κινηματογραφική εμπειρία δεν αποκλείεται να συμβεί, αλλά χρειάζεται ένα κοινό που να μην το σέβεται και ταινίες που να το έχουν «χεσμένο». Καλή σαρακοστή.

Saturday, February 17, 2007

ψίχουλα από Μπερλινάλε

Οι Βερολινόκαυλες θα ανταποκριθούν στο λαϊκό αίτημα για ανταπόκριση από Μπερλινάλε, αλλά δεν θα κάνουν κινηματογραφική κριτική, μην πάρουν το ψωμάκι από τους επαγγελματίες του είδους. Ας τους αφήσουμε να μαζέψουν λίγα ακόμη ένσημα. Έτσι κι αλλιώς είναι για συνταξιοδότηση.

Εδώ θα σχολιάσουμε εκτός ταινιών, για τον κόσμο που ζει πλουσιοπάροχα από αυτές, αφού οι Βερολινόκαυλες για να βγάλουν το ψωμί τους κινήθηκαν παρασκηνιακά, πίσω από τη μεγάλη οθόνη, εκεί που γίνεται το μεγάλο φαγοπότι, μπας και πέσει κανένα ξεροκόμματο. Ιδού μερικά ψίχουλα.

«ο Μαρξ, στη γαλαρία»

Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσος κόσμος ζει στη χλίδα από τις ταινίες, χωρίς να έχει κάνει τίποτε για αυτές, πέρα από το να τις πουλάει και να τις αγοράζει.

Αν σκεφτείς από πού προέρχεται όλος αυτός ο πλούτος, που επιδεικνύεται εδώ στη Μπερλινάλε, δεν μπορείς να μη θυμηθείς την υπεραξία του Μαρξ, αν και δεν χρειάζεται να είσαι μαρξιστής για να εξηγήσεις πώς τα κονόμησαν όλοι αυτοί.

Αγοράζουν φτηνά από τους δημιουργούς (την προλεταριακή δύναμη των ταινιών) και πουλάνε ακριβά στον κοσμάκη (την προλεταριακή δύναμη της κοινωνίας) και μετά κάνουν τους ανήξερους.

Κοιτούν τους φτωχούς καλλιτέχνες υποτιμητικά και μιλούν στους διάφορους υπηρέτες με ύφος ανωτερότητας, χωρίς κανένα ίχνος ντροπής ότι έχουν κατακλέψει και τους μεν και τους δε.

Ρε μάγκες από πού τα βγάλατε τόσα φράγκα ξαφνικά; Κάποιον πιάσατε κορόιδο, δεν μπορεί.

«συγγραφείς είστε κορόιδα»

Ταινίες που γεννήθηκαν από έναν μοναχικό συγγραφέα, κάποια νύχτα μες στο κρύο, που κάθισε σε ένα πεζούλι, (γιατί είχε «φάει πόρτα»), και έγραψε, (για να ξεπεράσει τη ροχάλα με τις φαντασιώσεις του), στρώνουν το κόκκινο χαλί για όλους αυτούς που ήρθαν μετά, μέχρι τον τελευταίο εμποράκο και δημοσιογραφίσκο, ενώ αυτός, ο πραγματικός δημιουργός- γιατί οι ταινίες από μία ιδέα στο χαρτί ξεκινάνε – είναι υποτιμημένος σαν σκώρος στο κόκκινο χαλί της Μπερλινάλε που κάνει ζιγκ ζαγκ μην τον πατήσει κανένα τακούνι από τις τουαλέτες των καλλονών που συνοδεύουν τους μεγαλοσχήμονες.

Ο συγγραφέας το πολύ να πάρει μάτι την κιλότα τους από κάτω, κοντρ μπλονζέ, για να συνεχίσει τις φαντασιώσεις του, οι οποίες ταΐζουν όλους αυτούς και ντύνουν όλες αυτές.

«η καύλα της εξουσίας αντί για εξουσία της καύλας»

Αν δείτε πόσες καλλονές και πόσοι καλλονοί υποκλίνονται για ένα τατς γκλαμουριάς και λίγο σνιφ από τη χρυσόσκονη της εξουσίας θα διαπιστώσετε θλιβερά, ακόμη μια φορά, την καυλωτική ισχύ της εξουσίας και τι κρίμα που δεν θέσατε υποψηφιότητα για εξουσιαστές τότε που είχατε την ευκαιρία.

Αλλά τότε είχατε καύλες και δεν κοιτούσατε για αυτά, ενώ οι ξενέρωτοι συμφεροντολόγοι συνομήλικοί σας υπέσκαπταν τη νεανική επικράτεια της καυλοσύνης για να στήσουν τον θρόνο που θα τους επέτρεπε να γαμούν αργότερα, τότε που εσείς δεν θα έχετε καμία νεανική ισχύ και αυτούς δεν θα τους σηκώνεται.

Τι κρίμα που οι καύλες σας δεν κατάφεραν να αλλάξουν τον κόσμο ώστε ο πλούτος να μετριέται σε καυλονομίσματα.

«τα μεγάλα φεστιβάλ ανήκουν στους μεγαλοπιασμένους»

Όσοι τσιμπάνε στις ταινίες που διαφημίζονται σαν official selection σε κάποιο από τα διαγωνιστικά τμήματα των μεγάλων φεστιβάλ (Κάνες, Βερολίνο, Βενετία – τα ευρωπαϊκά) κάνουν το λάθος να νομίζουν ότι οι επιλογές γίνονται με κριτήρια που αφορούν την ταινία. Ε, λοιπόν η ταινία δεν έχει καμία σχέση.

Οι επιλογές είναι αποτέλεσμα πολιτικών που αφορούν τα στενά συμφέροντα των διοργανωτών, την ισχύ των ήδη μεγαλοπιασμένων σκηνοθετών και τις αλλαξοκωλιές με τις μεγάλες εταιρίες που αλωνίζουν την κινηματογραφική αρένα με δρεπανιφόρα άρματα δημοσίων σχέσεων.

Αν θέλετε να δείτε σπάνια κινηματογραφικά αριστουργήματα, να ψάχνετε στα σκουπίδια από τα διευθυντικά γραφεία των φεστιβάλ, στα dvd από τις ταινίες που πέταξαν στα καλάθια των αχρήστων, χωρίς καν να τις δουν.

Saturday, February 10, 2007

Οι Βερολινόκαυλες πάνε Μπερλινάλε

Οι Βερολινόκαυλες πάνε Μπερλινάλε να βγάλουν το ψωμί τους. Αν περισσεύει κανένα ψίχουλο, θα διατίθεται για πασατέμπο στα διαλείμματα. Αλλιώς, στο τέλος θα έχει κόλλυβα.

Wednesday, February 7, 2007

Βερολίνο + Καύλες = Βερολινόκαυλες

Η γερμανική γλώσσα είναι πολύ παρτουζιάρα όταν έχει κέφια ή όταν φτάνει σε ερωτικό αδιέξοδο με λέξεις που έχουν βαρεθεί να είναι μόνες ή να γαμωσκυλοβαριούνται σε μονογαμικά ζεύγη και τότε χώνονται η μία στην άλλη και παίρνονται τρενάκι αδιακρίτως γένους για να βγάλουν μια σύνθετη λέξη σιδηρόδρομο, η οποία πρωτοπορεί στις αναζητήσεις του Γκούγκλ.

Αυτό δεν έχει σχέση με εμένα εδώ, αφού δεν γράφω το μπλογκ στα γερμανικά, αλλά η «καύλα» έχει, και το «Βερολίνο». Είναι οι δύο μόνιμες λέξεις αναζήτησης που έχω στα μπλογκο-ρέφερενς από το Γκούγκλ.

Για να μην απογοητεύσω όσους ψάχνοντας κατά πού πέφτει το Βερολίνο ή η καύλα τους, πέφτουν κατά λάθος επάνω μου -αφού ούτε τουριστικός οδηγός του Βερολίνου είμαι (κάτι άλλο θέλω να πώ με το «εδώ Βερολίνο») ούτε ξεναγός σε αξιοθέατα της καύλας (την οποία εξετάζω φιλοσοφικά κατά καιρούς)- τους δίνω μια πρωτότυπη λύση με τον συνδυασμό των λεκτικών τους αναζητήσεων.

Φίλοι καυλοβερολινεζοψάχτες και φίλες καυλοβερολινεζοψάχτριες ψάξτε στο Γκούγκλ για «Βερολινόκαυλες» και επειδή δεν θα βρείτε τίποτε θα απελευθερωθείτε από την αγωνία της αναζήτησης. Η λέξη σιδηρόδρομος θα σας επιστρέψει στον εαυτό σας για να δείτε το Βερολίνο με τα δικά σας μάτια και να κρατήσετε την καύλα σας ακέραιη, για να την αξιοποιήσετε με κάποιον άλλον αντί να την χαραμίσετε μόνοι σας.

Tuesday, February 6, 2007

την έκανα πάλι

Σήμερα πρωί πρωί έκανα μια μαλακία, από αυτές που συνήθως κάνω. Φέρθηκα ατσούμπαλα σε κάποιον και έφαγα μούντζα. Στην αρχή προσπάθησα να απολογηθώ - «δεν είχα καταλάβει ότι θα σε πείραζε» - αλλά δεν με έπειθα.

Μετά, πτοημένος, κλείστηκα στον εαυτό μου και αναγνωρίζοντας στην ατσουμπαλοσύνη μου όλα τα κακά που πέσαν πάνω μου στη ζωή, χτυπούσα το στήθος ωιμέ για τη μοίρα μου και τον άξεστο πατέρα που με μεγάλωσε με γαμωσταυρίδια και σφαλιάρες, όπως τον μεγάλωσε ο πατέρας του, κι αυτόν ο δικός του, και φτάνουμε στις γαλέρες με τους δούλους, όπου τραβούσε κουπί ο εκατοστός προπάππους μου.

Στη συνέχεια, αναγνώρισα στη συμπεριφορά μου κάτι καθαρά κακό, χωρίς δικαιολογίες και ιστορικές αιτίες. Έπρεπε να αναλάβω την ευθύνη του, να υποστώ τις συνέπειες, αφού το συγνώμη δεν ήταν αρκετό, και σκάσε.

Αυτό άλλωστε πιστεύω και για τον καθένα, ότι άπαξ και ενηλικιωθεί πρέπει να αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη των πράξεων του, αλλιώς δεν έχει τέλος η ιστορία με τις γαλέρες.

Επιπλέον, βλέπω ότι πολλές φορές το κακό χτυπά ασύμμετρα, όχι σαν απάντηση σε κάτι κακό που το προκάλεσε, αλλά υπερβάλλει χτυπώντας μάλιστα κάποιους άσχετους, σαν καθαρό κακό που ξεπερνάει τις αιτίες που το γέννησαν. (Το ίδιο πιστεύω και για το καλό, αλλά δεν είναι εδώ το θέμα)

Αλλά τι είναι αυτό το γαμημένο κακό μέσα μου; Εγώ το εφηύρα, για να είμαι υπεύθυνος(;) Δεν νομίζω. Τότε υπό ποίαν έννοια είμαι υπεύθυνος;

Είμαι υπεύθυνος με την έννοια ότι το κακό μπορεί, μεν, να είναι επιβίωση μέσα μου ανεπεξέργαστων ψυχολογικών καταστάσεων και ατσούμπαλων μορφών της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά, αφού έφτασε μέχρις εμένα είναι τώρα δική μου ευθύνη να το επεξεργαστώ, να εξομαλύνω την τραχύτητα του, να βγάλω την καλοσύνη από μέσα του και να συμβάλλω στην ευ-μορφοποίηση του ανθρώπου και οπωσδήποτε τη δική μου. Και στην τελική, είμαι υπεύθυνος γιατί δεν έφταιγε σε τίποτε ο άλλος για τη μαλακία που με δέρνει.

Υπόσχομαι να μην την ξανακάνω, ή τουλάχιστον θα προσπαθήσω, κι επειδή φοβάμαι μη ξαναπροδοθώ από τον κωλοχαρακτήρα μου, γράφω αυτό το κείμενο σαν δημόσια δέσμευση.

Saturday, February 3, 2007

αν την περιμένεις, μπορεί να μην έρθει ποτέ

Μερικές φορές τα πράγματα δείχνουν να στέκονται ακίνητα και τίποτε καινούργιο να μην είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί, λες και όλα ισορροπούν σε ένα σημείο αλληλεξουδετέρωσης αντίρροπων δυνάμεων - της ροπής να γίνει κάτι και της αντίθετης ροπής, της αδράνειας, που αποτρέπει να γίνει οτιδήποτε διαφορετικό από αυτό που ήδη υπάρχει.

Το μόνο που επιτρέπει αυτό το νεκρό σημείο είναι η ανακύκλωση του κόσμου στα ίδια και στα ίδια, όπου «το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει» κι εσύ ως μήλο δεν μπορείς να βγάλεις πόδια και να πας παραδίπλα στην αχλαδιά, αφού μήλο γεννήθηκες, από μπαμπά και μαμά μήλα, και ως γνωστόν τα μήλα δεν έχουν πόδια, ούτε όμως και τα αχλάδια οι διπλανοί σου, ούτε και κανείς άλλος δεν μπορεί να ξεφύγει από το δέντρο που τον μεγάλωσε ό, τι φρούτο και νάναι.

Σε αυτή τη φάση όλος ο κόσμος δείχνει να ανακυκλώνεται ερήμην σου, σαν να ακολουθεί μια τελεσίδικη πορεία για την οποία εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτε, όσο κι αν δεν τη πας τη φάση. Μια σειρά από αντίρροπες δυνάμεις υπονομεύουν τη διάθεση σου να δράσεις δημιουργικά, με οποιοδήποτε τρόπο.

Θες να κάνεις κάτι, αλλά δεν έχεις λεφτά να το κάνεις, οπότε δεν κάνεις τίποτε
ή
έχεις λεφτά να κάνεις κάτι, αλλά δεν ξέρεις τι θέλεις, οπότε δεν κάνεις πάλι τίποτε, εκτός από το να βγάζεις λεφτά.
ή
Θέλεις ως άνδρας να φλερτάρεις κάποιαν, αλλά αυτή δεν σου ρίχνει ούτε μια ματιά, οπότε κρατιέσαι μη φας χυλοπίτα
ή
θέλεις ως γυναίκα να σε φλερτάρει κάποιος, αλλά δεν φοράς τα γυαλιά σου (για να δείχνεις ωραία για να σε φλερτάρει κάποιος) και δεν βλέπεις κανέναν να θέλει να σε φλερτάρει.
ή
Θες να κινητοποιηθείς πολιτικά, αλλά κανείς δεν δείχνει διάθεση κινητοποίησης, οπότε κάθεσαι στα αυγά σου
ή
κανείς δεν δείχνει διάθεση κινητοποίησης επειδή δεν βλέπει κανέναν να κινητοποιείται, οπότε νάτο το κοτέτσι.

Ένα σωρό καταστάσεις αγγίζουν αυτό το σημείο. Το μόνο που σε γλυτώνει είναι να δράσεις επί προσωπικού, αυθόρμητα και στο «δόξα-πατρί», χωρίς να υπολογίζεις τίποτε πέρα από αυτό που σε έλκει να κινηθείς, χωρίς να περιμένεις καμία συγκατάθεση, καμία διαβεβαίωση και καμία κατάλληλη συνθήκη, διότι αν την περιμένεις, μπορεί να μην έρθει ποτέ.

Wednesday, January 31, 2007

Εξασφαλίστε το μέλλον σας, βγείτε στην ανεργία.

Έχω μια γνωστή μου Γερμανίδα από παλιά, από τα χίπικα καλοκαίρια στα φρηκονήσια, διευθύντρια τώρα σε μία από τις δημόσιες βιβλιοθήκες του Βερολίνου. Δούλευε από τότε μόνιμη υπάλληλος και όταν ερχόταν η ώρα να χτυπήσει κάρτα στη δουλειά της, μάζευε το τσαντίρι της και αποχωρούσε διακριτικά, μην την κατηγορήσουμε για μικροαστισμό, όταν εμείς τραβούσαμε το καλοκαιριλίκι μέχρι τον χειμώνα και πουντιάζαμε οραματιζόμενοι να κάνουμε τον κόσμο ένα απέραντο χιπαριό.

Εκ των υστέρων μού εξομολογήθηκε ότι αυτό που κάναμε τής φαινόταν από τότε ανόητο, αν και της άρεσε η παρέα μας, προφανώς επειδή κάναμε αυτό που κάναμε. Είναι αλήθεια ότι πολλοί από τους τότε «καναμενάδες» φάγαν τα μούτρα τους άσχημα στη συνέχεια, μιας και ο κόσμος είναι αφιλόξενος για ανεπάγγελτους οραματιστές χωρίς οικογενειακή περιουσία από πίσω κι άλλα εχέγγυα, όπως πτυχία, μάστερς, ντοκτορά ή κάποια εξειδίκευση στον οραματισμό που θα μπορούσε να τους τακτοποιήσει επαγγελματικά.

Η εκ των υστέρων κριτική της για την εκ των προτέρων ανοησία μας, με κλόνισε προς στιγμήν γιατί με πέτυχε σε μια φάση που ήμουν εκτεθειμένος οικονομικά και ευάλωτος σε νουθεσίες σωφρονισμού. Φαντάζομαι ότι σε ανάλογη θέση έχουν βρεθεί πολλοί που έχουν ρισκάρει τα λίγα για να πετύχουν κάτι «μεγάλο», το οποίο βέβαια δεν συχνάζει στους διαδρόμους των γραφείων για να πέσεις πάνω του και να πάρεις προαγωγή σε μεγαλουργό, επειδή απλά και μόνο είσαι διαδρομιστής.

Εξ επ’ ανέκαθεν, όσοι ακολουθούν κάποιο όραμα και βγαίνουν από τους διαδρόμους για να βρουν το μονοπάτι προς το ξέφωτο, βρίσκονται κάποια στιγμή να αιωρούνται πάνω από τον λάκκο με τα παλούκια. Πολλοί πέφτουν μέσα. Αλλά, αυτοί που καταφέρνουν να περάσουν απέναντι είναι αυτοί, κυρίες και κύριοι, που έχουν γράψει τα μεγάλα έργα, είναι αυτοί που γεμίζουν τα ράφια των βιβλιοθηκών, είναι αυτοί οι πραγματικοί εργοδότες της γνωστής μου και κάθε βιβλιοθηκάριου ή καθηγητή ή «ντοκτοραμένου» επαγγελματία. Χωρίς αυτούς τότε, αυτοί τώρα θα ήταν άνεργοι.

Συμπέρασμα: Οι σημερινοί άνεργοι οραματιστές είναι οι αυριανοί εργοδότες των παιδιών μας.

Σύνθημα: Αν θέλετε μια καλή θέση στο μέλλον, βγείτε τώρα στην ανεργία.

Friday, January 26, 2007

Νίτσε ή Μάρξ;

Κάθε φορά που είμαι μπερδεμένος προσπαθώ να ξεκαθαρίσω τις σκέψεις μου με μια σκληρή και αδυσώπητη ερωτηματοθεσία για τα κίνητρα των πράξεων μου και τις πραγματικές μου επιθυμίες.

Είμαι τόσο ανελέητος με τον εαυτό μου που τον ξεβρακώνω μέχρι να αποκαλύψει ό,τι πιο ξετσίπωτο μπορεί να κρύβει πίσω από την επαναστατική του συνθηματολογία.

Φαντασιώσεις απέραντης ισχύος που γονατίζουν τα θηλυκά στο φαλλικό τους μεγαλείο με γεμίζουν με τη στιγμιαία ικανοποίηση ότι βρήκα επιτέλους το ζωικό μου κίνητρο, αυτό που κινεί κρυφά κάθε αρσενικό, κακά τα ψέματα, θριαμβολογώ.

Αυτή η νιτσεϊκή καθαρότητα διαρκεί ελάχιστα διότι αμέσως μετά αρχίζει να μπαινοβγαίνει κόσμος, αφού στη φαντασίωση δεν μπορώ να μη βάλω τους φίλους μου μέσα να γαμήσουν κι αυτοί να χαρούνε ή να εξαιρέσω ένα σωρό γυναίκες τις οποίες δεν μου πάει να τις βλέπω σαν τρόπαια.

Με το βάλε βγάλε και την πολύ προσθαφαίρεση στο τέλος καταλήγω πάλι μόνος, χωρίς να θέλω κανένα μεγαλείο, απλά να είμαι σιχτιρισμένος που δεν έχω τα μέσα να κάνω τη δουλειά μου, γιατί τα έχουν σαβουριάσει οι βρωμοκαπιτάλες και εγώ ο μαλάκας μπερδεύομαι επειδή δεν μπορώ να τα βάλω μαζί τους και τα βάζω με τον εαυτό μου. Τότε, με ξαναπιάνουν τα επαναστατικά μου.

Wednesday, January 24, 2007

«Πίσω από τις λέξεις - κρύβεται ο Αλέξης»

Χθες βράδυ, είχα με την παρέα μου μια πολύ ομιλητική συζήτηση, ενθουσιώδη και αποκαλυπτική, με ένα χείμαρρο λέξεων να χύνεται σε ένα ποταμό εκφράσεων που θα μας μπορούσε να μας οδηγήσει στη θάλασσα, αλλά η θάλασσα ήταν μακριά (Βερολίνο γαρ) κι έτσι φτάσαμε σε μια λίμνη όπου οι λέξεις μπορούσαν να αναπαυτούν στα ήρεμα νερά της κι εμείς να πάμε για ύπνο.

Στον δρόμο, σκέφτηκα τον καθένα να πηγαίνει μόνος σπίτι του, να ξεκλειδώνει την πόρτα, να βγάζει τα παπούτσια του, το παλτό, να ανοίγει το ψυγείο να ρίξει μια ματιά για να τσιμπήσει κάτι, να κατουράει ενώ πλένει τα δόντια του και να ξαπλώνει.

Τότε, ένοιωσα τις λέξεις που είπαμε να είναι λόγια του αέρα, η λίμνη να εξανεμίζεται και όσα είπαμε να μη πιάνουν μία μπροστά στη θέρμη μιας αγκαλιάς που θα τύλιγε τον καθένα στο κρεβάτι του για να τον ζεστάνει και να τον γλυκάνει - για να πάρει το βάρος του αυτή και όχι το κρεβάτι.

Επειδή όσοι γράφουμε συχνά (και διαβάζουμε) έχουμε μια «επαγγελματική» σχέση με τις λέξεις (ανεξάρτητα, αν μπλογκάρουμε αμισθί) κάνουμε το λάθος μερικές φορές να νομίζουμε ότι αρκούν από μόνες τους να σηκώσουν το βάρος μας. Αμ, δε.

Μάλιστα, συμβαίνει το αντίθετο. Αν οι λέξεις δεν τείνουν στο ανείπωτο και δεν οδηγούν στη σιωπή, όχι μόνο δεν σηκώνουν το βάρος μας, αλλά μας βαραίνουν κι από πάνω.

Με αυτές τις σκέψεις έστριψα και πήγα να ακούσω μουσική