Wednesday, January 31, 2007

Εξασφαλίστε το μέλλον σας, βγείτε στην ανεργία.

Έχω μια γνωστή μου Γερμανίδα από παλιά, από τα χίπικα καλοκαίρια στα φρηκονήσια, διευθύντρια τώρα σε μία από τις δημόσιες βιβλιοθήκες του Βερολίνου. Δούλευε από τότε μόνιμη υπάλληλος και όταν ερχόταν η ώρα να χτυπήσει κάρτα στη δουλειά της, μάζευε το τσαντίρι της και αποχωρούσε διακριτικά, μην την κατηγορήσουμε για μικροαστισμό, όταν εμείς τραβούσαμε το καλοκαιριλίκι μέχρι τον χειμώνα και πουντιάζαμε οραματιζόμενοι να κάνουμε τον κόσμο ένα απέραντο χιπαριό.

Εκ των υστέρων μού εξομολογήθηκε ότι αυτό που κάναμε τής φαινόταν από τότε ανόητο, αν και της άρεσε η παρέα μας, προφανώς επειδή κάναμε αυτό που κάναμε. Είναι αλήθεια ότι πολλοί από τους τότε «καναμενάδες» φάγαν τα μούτρα τους άσχημα στη συνέχεια, μιας και ο κόσμος είναι αφιλόξενος για ανεπάγγελτους οραματιστές χωρίς οικογενειακή περιουσία από πίσω κι άλλα εχέγγυα, όπως πτυχία, μάστερς, ντοκτορά ή κάποια εξειδίκευση στον οραματισμό που θα μπορούσε να τους τακτοποιήσει επαγγελματικά.

Η εκ των υστέρων κριτική της για την εκ των προτέρων ανοησία μας, με κλόνισε προς στιγμήν γιατί με πέτυχε σε μια φάση που ήμουν εκτεθειμένος οικονομικά και ευάλωτος σε νουθεσίες σωφρονισμού. Φαντάζομαι ότι σε ανάλογη θέση έχουν βρεθεί πολλοί που έχουν ρισκάρει τα λίγα για να πετύχουν κάτι «μεγάλο», το οποίο βέβαια δεν συχνάζει στους διαδρόμους των γραφείων για να πέσεις πάνω του και να πάρεις προαγωγή σε μεγαλουργό, επειδή απλά και μόνο είσαι διαδρομιστής.

Εξ επ’ ανέκαθεν, όσοι ακολουθούν κάποιο όραμα και βγαίνουν από τους διαδρόμους για να βρουν το μονοπάτι προς το ξέφωτο, βρίσκονται κάποια στιγμή να αιωρούνται πάνω από τον λάκκο με τα παλούκια. Πολλοί πέφτουν μέσα. Αλλά, αυτοί που καταφέρνουν να περάσουν απέναντι είναι αυτοί, κυρίες και κύριοι, που έχουν γράψει τα μεγάλα έργα, είναι αυτοί που γεμίζουν τα ράφια των βιβλιοθηκών, είναι αυτοί οι πραγματικοί εργοδότες της γνωστής μου και κάθε βιβλιοθηκάριου ή καθηγητή ή «ντοκτοραμένου» επαγγελματία. Χωρίς αυτούς τότε, αυτοί τώρα θα ήταν άνεργοι.

Συμπέρασμα: Οι σημερινοί άνεργοι οραματιστές είναι οι αυριανοί εργοδότες των παιδιών μας.

Σύνθημα: Αν θέλετε μια καλή θέση στο μέλλον, βγείτε τώρα στην ανεργία.

Friday, January 26, 2007

Νίτσε ή Μάρξ;

Κάθε φορά που είμαι μπερδεμένος προσπαθώ να ξεκαθαρίσω τις σκέψεις μου με μια σκληρή και αδυσώπητη ερωτηματοθεσία για τα κίνητρα των πράξεων μου και τις πραγματικές μου επιθυμίες.

Είμαι τόσο ανελέητος με τον εαυτό μου που τον ξεβρακώνω μέχρι να αποκαλύψει ό,τι πιο ξετσίπωτο μπορεί να κρύβει πίσω από την επαναστατική του συνθηματολογία.

Φαντασιώσεις απέραντης ισχύος που γονατίζουν τα θηλυκά στο φαλλικό τους μεγαλείο με γεμίζουν με τη στιγμιαία ικανοποίηση ότι βρήκα επιτέλους το ζωικό μου κίνητρο, αυτό που κινεί κρυφά κάθε αρσενικό, κακά τα ψέματα, θριαμβολογώ.

Αυτή η νιτσεϊκή καθαρότητα διαρκεί ελάχιστα διότι αμέσως μετά αρχίζει να μπαινοβγαίνει κόσμος, αφού στη φαντασίωση δεν μπορώ να μη βάλω τους φίλους μου μέσα να γαμήσουν κι αυτοί να χαρούνε ή να εξαιρέσω ένα σωρό γυναίκες τις οποίες δεν μου πάει να τις βλέπω σαν τρόπαια.

Με το βάλε βγάλε και την πολύ προσθαφαίρεση στο τέλος καταλήγω πάλι μόνος, χωρίς να θέλω κανένα μεγαλείο, απλά να είμαι σιχτιρισμένος που δεν έχω τα μέσα να κάνω τη δουλειά μου, γιατί τα έχουν σαβουριάσει οι βρωμοκαπιτάλες και εγώ ο μαλάκας μπερδεύομαι επειδή δεν μπορώ να τα βάλω μαζί τους και τα βάζω με τον εαυτό μου. Τότε, με ξαναπιάνουν τα επαναστατικά μου.

Wednesday, January 24, 2007

«Πίσω από τις λέξεις - κρύβεται ο Αλέξης»

Χθες βράδυ, είχα με την παρέα μου μια πολύ ομιλητική συζήτηση, ενθουσιώδη και αποκαλυπτική, με ένα χείμαρρο λέξεων να χύνεται σε ένα ποταμό εκφράσεων που θα μας μπορούσε να μας οδηγήσει στη θάλασσα, αλλά η θάλασσα ήταν μακριά (Βερολίνο γαρ) κι έτσι φτάσαμε σε μια λίμνη όπου οι λέξεις μπορούσαν να αναπαυτούν στα ήρεμα νερά της κι εμείς να πάμε για ύπνο.

Στον δρόμο, σκέφτηκα τον καθένα να πηγαίνει μόνος σπίτι του, να ξεκλειδώνει την πόρτα, να βγάζει τα παπούτσια του, το παλτό, να ανοίγει το ψυγείο να ρίξει μια ματιά για να τσιμπήσει κάτι, να κατουράει ενώ πλένει τα δόντια του και να ξαπλώνει.

Τότε, ένοιωσα τις λέξεις που είπαμε να είναι λόγια του αέρα, η λίμνη να εξανεμίζεται και όσα είπαμε να μη πιάνουν μία μπροστά στη θέρμη μιας αγκαλιάς που θα τύλιγε τον καθένα στο κρεβάτι του για να τον ζεστάνει και να τον γλυκάνει - για να πάρει το βάρος του αυτή και όχι το κρεβάτι.

Επειδή όσοι γράφουμε συχνά (και διαβάζουμε) έχουμε μια «επαγγελματική» σχέση με τις λέξεις (ανεξάρτητα, αν μπλογκάρουμε αμισθί) κάνουμε το λάθος μερικές φορές να νομίζουμε ότι αρκούν από μόνες τους να σηκώσουν το βάρος μας. Αμ, δε.

Μάλιστα, συμβαίνει το αντίθετο. Αν οι λέξεις δεν τείνουν στο ανείπωτο και δεν οδηγούν στη σιωπή, όχι μόνο δεν σηκώνουν το βάρος μας, αλλά μας βαραίνουν κι από πάνω.

Με αυτές τις σκέψεις έστριψα και πήγα να ακούσω μουσική…

Monday, January 22, 2007

Ουστ από εδώ!

Το διάβασα στις οικονομικές σελίδες και με ζώσαν τα φίδια.Υπό τον ενθουσιώδη – άκου εκεί - τίτλο «Η άνοιξη του Βερολίνου» παρουσιάζεται η εντελώς ανησυχητική είδηση ότι «Το Βερολίνο ανακαλύπτουν μεσιτικά γραφεία, ιδιώτες και εταιρείες επενδύσεων, καθώς θεωρείται μία από τις φθηνότερες ευρωπαϊκές μητροπόλεις στην αγορά ακινήτων.»

Μακριά τα χέρια από το Βερολίνο, τη (νέα) φτωχομάνα μας! Βρωμοκαπιτάλες, ουστ από εδώ!!

Friday, January 19, 2007

η καθαρότητα των μορφών με μαγιό στην πισίνα

Αν είσαι με κάποιαν για να μην είσαι μόνος, αυτό δεν είναι έρωτας, αλλά παρέα. Επειδή καλή η παρέα, αλλά δεν σου σηκώνεται όπως με τα «ξέκωλα» που λιγουρεύεσαι και τότε γίνεσαι επιτυχημένος για να τα ψωνίσεις εύκολα, αυτό δεν είναι επιτυχία, αλλά ευ-κωλία. Όταν μετά ξεκωλώνεσαι στο τάλιρο και αντί να τα φας με τα ξέκωλα, χτίζεις αβέρτα ξενοδοχεία καταπατώντας αιγιαλούς, δεν είσαι μεγαλοξενοδόχος, αλλά καταπατητής και, κυρίως, αποπατητής. Στη γεμάτη υπεκφυγές διαδρομή σου έχεις αποπατήσει μια σειρά από μορφές -του έρωτα, της παρέας, της επιτυχίας, του ξεκωλιάσματος- και τις έχει βρωμίσει.

Η καθαρότητα των μορφών έγκειται στην απερίφραστη και άμεση εκδήλωση αυτού που θες να πετύχεις μέσα από αυτές. Όλα τα άλλα είναι τσαπατσουλιές.

Επειδή στο Βερολίνο δεν έχουν πολλά ξενοδοχεία πάνω σε αιγιαλούς, αλλά δεν έχουν ούτε αιγιαλούς, όποιος θέλει να κάνει μπάνιο πηγαίνει σε μια από τις πολλές πισίνες που έχουν. Εκεί, αν είσαι Έλληνας συνηθισμένος σε καταπατημένους αιγιαλούς μπορείς να κάνεις μια υποβρύχια σπουδή πάνω στην καθαρότητα των μορφών.

Όταν πρωτοβούτηξα σε βερολινέζικη πισίνα έπαθα μια σύγχυση στη μορφή που ήθελα να δώσω στην παρουσία μου μέσα στο νερό. Κολυμβητής ή ματάκιας;

Οι κολυμβήτριες νεράιδες (από το «νερό» δεν βγαίνει το «νεράιδα»;) ανοιγόκλειναν τα σκέλια τους μπροστά μου σε ύπτιο, όπως τις χάζευα εγώ σε μακροβούτι, αλλά γρήγορα διαπίστωσα ότι δεν το έκαναν για να προσκαλέσουν ανάμεσα τους ούτε εμένα (βέβαια) αλλά ούτε και κανέναν από τους νεραϊδο-κολυμβητές με τις κορμάρες γύρω μου, που έριχναν τις απλωτές τους για να κάνουν κρόουλ κι όχι για να δείξουν τα «φτερά» τους.

Όλοι, αγόρια και κορίτσια, ήταν μέσα στη πισίνα για τον λόγο που υπάρχουν οι πισίνες, δηλαδή για κολύμπι. Έτσι ξεκαθάρισε και σε εμένα τι θα έκανα μέσα στο νερό.

Wednesday, January 17, 2007

η Ελλάδα με κυνηγάει με προκατεψυγμένα γιουβαρλάκια

Δεν ξέρω τι γίνεται στην υπόλοιπη Γερμανία, αλλά όσα ελληνικά εστιατόρια ξέρω εδώ στο Βερολίνο είναι καθαρή δυσφήμηση από πρόθεση οποιουδήποτε έχει την ελληνικότητα σαν εθνικό προσδιορισμό και δεν μπορεί να το αποφύγει, αφού οι άνθρωποι παντού ακόμη ρωτάνε από πού έρχεσαι και όχι πού πηγαίνεις.

Θα έπρεπε το ίδρυμα ελληνικού πολιτισμού ή να τα κλείσει ή να με αποζημιώσει με κουπόνια ισόβιας διατροφής σε εστιατόρια της επιλογής μου, που σίγουρα δεν θα είναι τα ελληνικά που ξέρω.

Είναι τόσο απωθητικά, που από έξω ακόμη σε φωνάζουν να φύγεις. Η κακογουστιά τους δεν αρκείται στην εσωτερική γυφτο-ελληνοπρεπή διακόσμηση, αλλά ξεχειλίζει στον εξωτερικό χώρο, σέρνεται στην πρόσοψη και κρέμεται στις ταμπέλες με τα αλήστου μνήμης ονόματα. Μέσα όλα μοιάζουν απολιθωμένα στην εποχή που οι Έλληνες ακόμα χόρευαν σε μόνιμο replay συρτάκι για να εντυπωσιάσουν τους τουρίστες με τα ίδια και τα ίδια τσαλίμια, τα οποία πάγωσαν με freeze frame σε ένα εναέριο όπα-τις κι έμειναν εκεί κοκαλωμένα.

Τα απέφευγα, τα απολιθωμένα, σαν ο διάολος το λιβάνι. Μέχρι που έπιανα τον εαυτό μου να αλλάζει πεζοδρόμιο από ντροπή, σαν να φώναζα όχι δεν είμαι εγώ αυτός (Έλληνας). Αποποιούμαι την ευθύνη.

Όταν έσπασε ο διάολος το ποδάρι κι έτυχε να μπω δυο τρεις φορές σε κάποιο από αυτά, γιατί η παρέα επέμενε να διαπιστώσει από μέσα αυτό που έκανε μπαμ από έξω, σκυλωμετάνιωσα που δεν είχα πάρει τη ρεζέρβα ποδάρι μαζί μου, να φύγω τρέχοντας.

Όχι μόνο σου σερβίρουν προκατεψυγμένα για δήθεν «της κατσαρόλας», τα οποία ζεσταίνουν φουλ στα μικροκύματα για να σκοτώσουν τα ζιζάνια και πρέπει μετά να ρίξεις παγάκια για να τα φας, αλλά, σου χρεώνουν τα γιουβαρλάκια λες και είναι τα αρχίδια του Ποσειδώνα, τόσο σπάνια θαλασσινά.

Αυτό που έμαθα στη Γερμανία είναι πως «ό,τι πληρώσεις παίρνεις». Αν δώσεις λίγα θα πάρεις φτηνόπραμα, αν δώσεις πολλά θα πάρεις σένιο. Με πήρε λίγο καιρό να το πιάσω αυτό, γιατί από την Ελλάδα είχα μάθει να δίνω λίγα γιατί και πολλά να έδινα δεν αποκλείεται το πράμα να ήταν μούφα. Σε αυτήν την αντιστοιχία τιμής και αξίας των Γερμανών φαίνεται να συμμορφώθηκαν όλοι οι ξένοι φτηνο-ταϊστάδες του Βερολίνου (Ταϊλανδο-Κινέζοι, Πακιστανο-Ινδοί, Τουρκό-Τουρκοι), πλην Λακεδαιμονίων. Αυτοί επέμεναν να κρατούν τα χούγια της μητέρας πατρίδας. Πώς γίνεται να σερβίρεις τέτοιο σκουπιδόπραμα τόσο ακριβά, μόνο ο ελληνικός πατριωτισμός μπορεί να το εξηγήσει.

Τα ελληνικά εστιατόρια είναι τόσο ανυπόληπτα στους περισσότερους Βερολινέζους, που αν δεν υπήρχαν κάποιοι Γερμανοί μεσήλικες, κολλημένοι με την Ελλάδα από τις διακοπές που κάναν εκεί σαν φρικιά, να πηγαίνουν κάπου κάπου για να κακοφάνε και να θυμηθούν τα νιάτα τους, θα είχαν κλείσει όλα.

Αν, τώρα, υποθέσουμε ότι υπάρχει ένας φιλότιμος Έλληνας εστιάτορας, νοικοκύρης και μερακλής, και έχει κάπου στο Βερολίνο ένα καλό φαγάδικο, με λογικές τιμές, πείτε μου εσείς τώρα ποιος θα πατήσει στο μαγαζί του, έτσι που όλοι οι άλλοι έχουν φροντίσει να τον διαβάλλουν με την κακή φήμη που έχουν στον εστιατορικό «χώρο», ώστε να λες ότι δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρχει «φιλότιμος Έλληνας εστιάτορας».

Ανάλογες μούντζες τρώνε κι όσοι φιλοτιμούνται σε άλλους «χώρους», από τον εμπορο-γεωργικό (με τα ελληνικά οπωροκηπευτικά να θεωρούνται καλά μόνο για τους Γερμανούς πεζοναύτες προκειμένου να εκπαιδευτούν σε δηλητηρίαση από φυτοφάρμακα), μέχρι τον κινηματογραφικό «χώρο» (με τις ελληνικές ταινίες να διακρίνονται μόνο σε κάτι φεστιβάλ τύπου Καΐρου). Τί κι αν έχεις εσύ βιολογική καλλιέργεια που θα έπρεπε να μοσχοπουλιέται στα Bioladen ή αν έχεις καλή ταινία που θα άξιζε να είναι στη Berlinale; Έτσι και είσαι Έλληνας, θα πας ή σε στρατώνα ή στο Κάιρο. Είπαμε, μη σου βγει τ' όνομα.

Sunday, January 14, 2007

η καύλα ως δόλος του Λόγου και η μαλακία ως μεταφυσική χειρονομία

Καυλώνεις αφόρητα ως άνδρας με μια γυναίκα, κάνεις τα πάντα να την καταφέρεις -σκαρφαλώνεις ντουβάρια, σέρνεσαι σε συρματοπλέγματα, σκίζεις το καλό σου πουκάμισο, καθυστερείς στη δουλειά σου, σε κυνηγάει η τράπεζα- κι όταν επιτέλους φτάνεις ξαναμμένος στον στόχο σου, εισέρχεσαι, ρίχνεις τα σκάγια σου και η καύλα σου αφοπλίζεται, τότε, αισθάνεσαι να σε έχουν πιάσει κορόιδο > Γιατί τόση φασαρία; > Έχεις πέσει θύμα στον -κατά Χέγκελ- δόλο του Λόγου, έχεις παίξει το παιχνίδι Του και νόμιζες ότι το έκανες για σένα, για τη δική σου καύλα, που αποδεικνύεται ότι δεν ήταν καθόλου δική σου, αλλά στην έβαλε ο Λόγος για κάποιον δικό του (άγνωστο) λόγο. Απ'την άλλη, με τη μαλακία το φιλοσοφείς. Ξεγελάς τον δόλο του Λόγου και λες δεν θα παίξω το παιχνίδι σου, αλλά θα την παίξω για πάρτι μου και λογαριασμό μου, οπότε αγγίζεις (με τη χούφτα σου) τη μεταφυσική πληρότητα του ίδιου του Λόγου που ό,τι κάνει το κάνει για λογαριασμό του, ως το τέλεια αυτοϊκανοποιούμενο Όλον.

Thursday, January 11, 2007

προβλεψη για την επόμενη χιλιετία

Αφού διάβασα τις πρωτοχρονιάτικες προβλέψεις των στρατηγικών μελετητών για την επόμενη 5ετία, 10ετία, 20ετία μέχρι και 50ετία, λέω να τους τη βγω με μια γεωπολιτική πρόβλεψη για την επόμενη 1000ετία, αφού η επιστημονική τους σοβαρότητα δεν τους επιτρέπει να φτάσουν μέχρι εκεί που πάει το μυαλό τους, μη κατηγορηθούν για αυθαιρεσία. Εγώ δεν έχω τέτοια κολλήματα και θα εκφραστώ ελεύθερα προβλέποντας την ανθρώπινη ιστορία σε βάθος χρόνου με όλη την οξύτητα του πνεύματος που έχω καλλιεργήσει και την αρχαιοελληνική σοφία που έχω κληρονομήσει.

Έχουμε και λέμε -κλείστε τη μύτη σας- Η (εβραιο)χριστιανική Δύση, με ηγέτιδα τις ΗΠΑ, θα τα κάνει σκατά με τους μουσουλμάνους και θα εξαντληθεί στο να σβήνει τις φωτιές που ανάβει στον μουσουλμανόκοσμο για να τον εξαντλήσει (παίζοντας το παιχνίδι του Ισραηλιτικού κατεστημένου), χωρίς να υπολογίζει τις φλεγόμενες κουκουνάρες που θα εκτοξεύονται στα εδάφη της.

Οι Ευρωπαίοι θα αντιδράσουν αργά, όταν πάρει φωτιά ο κώλος τους, και τότε θα θυμηθούν ότι και η Ρωσία ανήκει στην Ευρώπη, για να ενωθούν όλοι μαζί και να τη βγάλουν καθαρή. Η Ρώσοι, όμως, θα το παρεξηγήσουν νομίζοντας ότι η Ευρώπη ανήκει στη Ρωσία. Μέχρι να λυθεί η παρεξήγηση, οι βορειο-Αμερικάνοι θα συνεχίσουν ανενόχλητοι να τα κάνουν σκατά, αποπατώντας και τους νοτιο-Αμερικάνους, μέχρι που να μη μείνει άντερο.

Εκ της εξαντλήσεως τής δυτικής κωλοτρυπίδας θα πεταχτεί σαν πορδή η Κίνα για να κάνει κουμάντο στην ανατολική αυτοκρατορία του κερδοσκοπικού κεφαλαίου, εξαερώνοντας το πορδοβούλωμα της Ιαπωνίας που της φράζει τα αέρια. Η Δύση, χεσμένη από φόβο, θα εξοπλίσει με ό,τι θες την Ινδία για να τραβήξει καζανάκι στην Κίνα.

Αφού τραβήξουν καζανάκι τους Κινέζους, οι Ινδοί θα χρησιμοποιήσουν τους Δυτικούς για κωλόχαρτο και θα κολλήσουν αυτοκρατορικές αιμορροΐδες. Εξαντλημένοι από αυτές θα παραχωρήσουν τη θέση στη χέστρα στην Αφρική, αλλά αυτή θα προτιμήσει να τα κάνει πίσω από τα μπαμπού και να απολαύσει τη θέα της λίγης φύσης που θα έχει απομείνει. Έτσι η ανθρώπινη ιστορία θα ολοκληρώσει τον κύκλο της προς δυσμάς επανερχόμενη εκεί από όπου ξεκίνησε, στο κέρας της Αφρικής και στο υπαίθριο χέσιμο.

Monday, January 8, 2007

Θέσεις περιορισμένες

Τη διαφορά της θέσης και της φύσης του ανθρώπου την έχω θίξει στις Υποθέσεις μου στην αφηρημένη, γενική της διάσταση. Τις προάλλες μού ήρθε μια εκδοχή αυτής της διαφοράς πάνω σε γεγονότα συγκεκριμένα και καθοριστικά της ζωής των ατόμων. Σκέφτηκα ότι κάποιος τυχαίνει να βρεθεί σε μια κοινωνική ή γεωγραφική ή ιστορική θέση η οποία να ευνοεί τις φυσικές του τάσεις (τα ταλέντα του, τις ικανότητες του, κλπ.) οπότε να μεγαλουργεί ή τυχαίνει να βρίσκεται σε μια δυσμενή θέση η οποία τον πάει γαμώντας όποια φυσικά χαρίσματα και να έχει. Ειδικά αν είναι ιδιαίτερα χαρισματικός και βρεθεί σε δυσμενή θέση δυστυχεί ακόμη παραπάνω από τη συναίσθηση ότι πάει χαμένος, όταν άλλοι, λιγότερο χαρισματικοί από αυτόν, ευημερούν μόνο και μόνο επειδή έτυχε να βρεθούν σε καλύτερη κοινωνική θέση ή στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή ή από τη πλευρά των νικητών κι όχι των χαμένων.

Αυτό δείχνει μιαν υπεροχή της θέσης έναντι της φύσης διότι μοιάζει να μετράει περισσότερο η πρώτη από τη δεύτερη στην τελική κατάταξη των ατόμων στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της ιστορίας. Μάλλον κάτι τέτοιο ισχύει. Μόνο που αυτό που ισχύει και το οποίο ευνοεί λίγους - αφού οι «καλές» θέσεις είναι περιορισμένες σε αυτή τη φάση- έχει αντίθετους τους πολλούς και για αυτό δεν μπορεί να ισχύει για πολύ.

Νομίζω ένα μεγάλο μέρος της προσπάθειας του ανθρώπου είναι να «ανοίξουν» οι θέσεις για όλο και πιο πολλούς, ώστε όλο και λιγότεροι να αδικούνται εκ της θέσεως των. Αυτό μου έδωσε μια ακόμη εκδοχή της σύγκλισης θέσης και φύσης που επαγγέλλομαι ως καθοριστική για την εξέλιξη του ανθρώπου.

Αν ανήκετε στους πολλούς που δεν τους ευνοεί η θέση στην οποία βρίσκονται να ξέρετε ότι δεν είστε μόνοι κι ότι είναι θέμα εξέλιξης, η οποία, όμως, εξαρτάται αποκλειστικά από εσάς και από τη δική σας διεκδίκηση μιας θέσης ανάλογης προς τη φύση σας.

Thursday, January 4, 2007

συλλογικότητα, όπως σας αρέσει

Όλες οι προσπάθειες που έκανα από μικρός να ανήκω επιτέλους κι εγώ κάπου ήταν μάταιες. Η σειρά των κοινωνικών μου εντάξεων - στους προσκόπους, στη φοιτητική νεολαία, στα φρικονήσια, στην αναρχία, στην καλλιτεχνία, κ.ο.κ – αποδείχτηκε εις άτοπον ακολουθία. Ο εαυτός μου δεν αναγνώριζε πουθενά την αλήθεια του και ακολουθούσε έναν δικό του παράδρομο στις λεωφόρους των κοινωνικών εντάξεων που έπαιρνα για να έχω παρέα, οδηγώντας συχνά επικίνδυνα, κάνοντας άλλοτε απότομες στροφές ή περνώντας στο αντίθετο ρεύμα (ευτυχώς την έβγαλα καθαρή). Όταν πια η ανάγκη μου για συλλογικότητα αποδείχτηκε αδιέξοδη, ο παράδρομος βγήκε μπροστά μου και με οδήγησε εδώ, όπου δεν ανήκω πουθενά και είμαι ο εαυτός μου. Η συλλογικότητα παραμένει ζητούμενο μου, αλλά δεν είναι πια ένα σχήμα έξω από εμένα στο οποίο να ενταχθώ. Είναι μια μορφή που περιμένει να γεννηθεί από τις συναντήσεις μου με όσους μ’ αρέσουν και τους αρέσω κι εγώ.

Tuesday, January 2, 2007

άνθρωποι και πυροτεχνήματα

Επεξεργάζομαι τη μεσονύχτια εμπειρία της εορταστικής αλλαγής του χρόνου εδώ στο Βερολίνο και τα αισθήματα που μου προκάλεσε, τα οποία, μετά από δύο μέρες χώνεμα, αρχίζουν να παίρνουν κάποια μορφή μέσα μου.

τα γεγονότα:

Το βράδυ της πρωτοχρονιάς, στις 12 παρά είκοσι, αποφασίσαμε να βγούμε από το σπίτι και να πάμε δίπλα στο Μάουερ Παρκ για να χαζέψουμε τα πυροτεχνήματα από το ύψωμα εκεί. Φτάνοντας είδαμε τσούρμο τις παρέες - σκούρες φιγούρες γκρουπαριστές, μέσα στο σκοτάδι - να ανεβαίνουν στη σειρά το ύψωμα και να παρατάσσονται κατά μήκος του. Ήδη είχαν πιάσει τα πόστα όσοι είχαν πυροτεχνήματα και ήταν έτοιμοι για το έργο. Κάποιοι βιαστικοί αμολούσαν σποραδικά μερικά, λες και ήθελαν να τα δοκιμάσουν για τη μεγάλη τους πρεμιέρα και μοναδική τους παράσταση. Γενικά, από το πρωί εκείνης της μέρας ακουγόταν κροτίδες και διάφορα ηχητικά εφέ που έδειχναν ανυπομονησία για το μεγάλο πατατράκ.

Ακουγόταν ότι το κεντρικό πάρτυ στο Μπράντεμπουργκ Τορ θα ήταν πολύ μεγάλο φέτος, αλλά πού να τρέχουμε τώρα. Δεν ήμασταν και πολύ ενθουσιασμένοι με μαζικές εκδηλώσεις και είπαμε απλά να βγούμε να δούμε τα πυροτεχνήματα, αφού θα τα ακούγαμε έτσι κι αλλιώς, θέλαμε δε θέλαμε, να μη πάει τζάμπα ο σαματάς. Καλά που το πρότεινα, γιατί οι άλλοι είχαν βολευτεί γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι και δεν λέγανε.

Το Βερολίνο έχει παράδοση στα πρωτοχρονιάτικα γλέντια και ειδικά στα πυροτεχνήματα. Αυτό το τελευταίο το εξήγησα σαν απόρροια του τείχους, που είχε μεν χωρίσει τους κατοίκους στα δύο, αλλά αυτοί επικοινωνούσαν με τα εκατέρωθεν πυροτεχνήματα το βράδυ της πρωτοχρονιάς εκτοξεύοντάς τα σαν σπερματοζωάρια στη μήτρα του νυχτερινού ουρανού όπου αμύλονταν σε συνουσιαστικό δυναμισμό, και μια καύλα ένα πράγμα. Αχ τι ωραία. Όλα αυτά τα κατάλαβα εκ των υστέρων. Στις 12 παρά πέντε δεν ήξερα τίποτε.

Στις 12 ακριβώς έγινε το έλα να δεις! Από παντού εκτοξεύονταν πυροτεχνήματα. Ένα απέραντο χύση έσπερνε τον ουρανό από κάθε σημείο του ορίζοντα. Χοροπηδούσα αλαλάζοντας σαν ινδιάνος μαζί με τους άλλους της ανθρώπινης φυλής γύρω μου. Ποιο Μπράντεμπουργκ Τορ τώρα. Τα επαγγελματικά πυροτεχνήματα που ρίχνανε εκεί ήταν μεν εντυπωσιακά (όπως τα βλέπαμε από μακριά) αλλά το εντυπωσιακό ήταν όλο αυτό το ερασιτεχνικό υπερθέαμα παραγωγής απλών ανθρώπων, στα μπαλκόνια τους, στους δρόμους, στις αυλές και στα πάρκα.

Σε αυτήν τη φωτολαμπή του ουρανού που χάραξε το σκοτάδι ανοίγοντας σχισμή στον χρόνο σαν να ήθελε να σηματοδοτήσει ετσιθελικά την αλλαγή του έτους, είδα ότι όλοι οι άνθρωποι ενώθηκαν ξαφνικά και αν δεν αγκαλιαζόταν μεταξύ τους (κάποιοι το κάναν) στα βλέμματά τους έβλεπα ότι είχαν διάθεση αγκαλιάς.

Ο συνεπαρμός έσβησε σιγά σιγά καθώς κόπαζαν και τα πυροτεχνήματα, αλλά έβλεπες σε όλους μια καλή διάθεση να γίνει κάτι που θα τους ένωνε όλους με όλους κι ας μην έγινε αυτό τώρα. Δεν πειράζει την επόμενη φορά.


κάποια συμπεράσματα:

Οι άνθρωποι είναι ευαίσθητα και μοναχικά πλάσματα. Δείχνουν δυνατοί, αλλά δεν είναι. Έχουν μεγάλη ανασφάλεια και αμηχανία στο πώς να βολέψουν τον εαυτό τους μέσα στον κόσμο, με τον οποίον θέλουν να ενωθούν για να ξεπεράσουν τη μοναχικότητά τους, αλλά δεν ξέρουν πώς. Γι’ αυτό είναι και χειραγωγίσιμοι στην ανάγκη τους να είναι ομαδοποιημένοι και να ταυτίζονται μεταξύ τους για να ξεπεράσουν τη μοναχικότητα τους, η οποία είναι κρυμμένη κάτω από το παλτό του καθένα, όσο κι αν την κρύβει τυλίγοντας την με σημαίες, κάνοντας το παλτό του στολή στρατιώτη ή οπαδού.

Οι άνθρωποι της εξουσίας (κάθε είδους) όσο πιο ισχυροί δείχνουν τόσο πιο ξεκομένοι είναι από τον κόσμο. Μάλιστα, καταφεύγουν στην ισχύ επειδή ακριβώς δεν μπορούν να ενωθούν με τον κόσμο. Έτσι, θέλουν να γίνουν αυτοί από μόνοι τους ένας κόσμος, στον οποίο επιδιώκουν να υποτάξουν τους άλλους, αφομοιώνοντάς τους σε αυτόν για να ξεπεράσουν την αμηχανία που νιώθουν μαζί τους. Είναι αναίσθητα άτομα και δυστυχισμένα, με τη διαφορά ότι η αναισθησία που σπαράζει τα σωθικά τους μπορεί να καταστρέψει τους άλλους για να τους ενώσει στην (ε)αυτοκρατορία τους πολτοποιώντας τους κάτω από τη μπότα της ισχύος τους.

Συχνά, τα μοναχικά άτομα (που είναι οι άνθρωποι) βρίσκουν διέξοδο στη μοναχικότητά τους υποτάσσοντάς την σε έναν κόσμο ψευδεπίγραφα ενοποιημένο και έτσι γκρουπάρονται σε ομάδες, όπου δεν είναι ο εαυτός τους.

Η ανάγκη για συλλογικότητα όπως εκδηλώνεται πυροτεχνικά το βράδυ της πρωτοχρονιάς ή σε άλλες γραφικές τελετουργίες, όπως τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, κλπ. - και λέω γραφικές γιατί κανείς δεν πιστεύει πια στην ουσία τους, αλλά τηρεί το σχήμα τους, διότι δίνει μια ευκαιρία συλλογικότητας - είναι μια βαθιά ανάγκη του ανθρώπου.

Δεν μιλάμε για μια συλλογικότητα περιορισμένη σε κάποιους ειδικούς χώρους (καλλιτεχνικά φεστιβάλ, στάδια, συναυλίες, εκθέσεις αυτοκινήτων, επιστημονικά συνέδρια, κλπ.) αλλά για μια συλλογικότητα που αγκαλιάζει τους ανθρώπους απαλλάσσοντας τους από τη μοναξιά τους διότι αγγίζει τα βαθύτερα αισθήματα τους. Λίγα έχουν γίνει επ’ αυτού και έχουν πολλά ακόμη να γίνουν από εμάς τους σύγχρονους που ζούμε το (παρατεταμένο) τέλος των θρησκειών και πουντιάζουμε, γυμνοί κάτω από το παλτό μας, στην καπιταλιστική βαρυχειμωνιά της ψυχής, όσο κι αν το βράδυ της πρωτοχρονιάς ζεσταινόμαστε για λίγο με πυροτεχνήματα.

Sunday, December 31, 2006

ο χρόνος χωρίς ιδιότητες

Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος! - Αν και ο χρόνος από μόνος του δεν είναι ούτε ευτυχισμένος (ή δυστυχισμένος), ούτε καινούργιος (ή παλιός). Ο χρόνος είναι χρόνος. Το ίδιο, και ο άνθρωπος είναι άνθρωπος, αλλά μπορεί επίσης να είναι μια χαρά δυστυχισμένος ή ευτυχισμένος, όπως μπορεί να είναι καινούργιος (καλώς τονε!) ή παλιός (ακόμη εδώ είσαι;) . Αν θέλαμε να κυριολεκτήσουμε πρωτοχρονιάτικα τότε θα έπρεπε να λέμε «ευτυχισμένος (να είσαι) και καινούργιος στον χρόνο» ή «ευτυχισμένος σαν καινούργιος στον χρόνο» ή «κάτι καινούργιο να σου συμβεί στον χρόνο που θα σε κάνει ευτυχισμένο» ή «καινούργιο-ευτυχισμένος στον χρόνο» γιατί οι παλιές ευτυχίες παρέρχονται, όπως άλλωστε και οι δυστυχίες, για αυτό μην απελπίζεσαι και μη σκας από χαρά, όλα είναι ζήτημα χρόνου.

ο τουρίστας είναι πάντα τουρίστας

Βρισκόμουν στον σταθμό του Πότσνταμ όταν έπεσα σε μια παρέα Ελλήνων που είχαν έρθει μια βδομάδα Βερολίνο για διακοπές Χριστουγέννων. Ήταν η τελευταία μέρα τους και έδειχναν ξεθεωμένοι. Είχαν ακολουθήσει ένα σκληρό πρόγραμμα επισκέψεων σε μουσεία και αξιοθέατα, το οποίο έτρεχαν εναγωνίως να καλύψουν, λες και κάποιος αόρατος τουριστικο-επόπτης θα τους τιμωρούσε αν αμελούσαν κάποιο must to see. Παρόλο που έσερναν τα πόδια τους η χάρη τους έφτασε μέχρι το Πότσνταμ (που είναι ξεχωριστή πόλη από το Βερολίνο) για να δουν το ιστορικό κέντρο και να χτυπήσουν κάρτα στο παλάτι του Σαν Σουσί (μη τους μαλώσει ο επόπτης) -που μόνο για να περπατήσεις τους κήπους του θέλεις μια μέρα - και να γυρίσουν πίσω στο Βερολίνο έγκαιρα γιατί είχαν αφήσει κάποιες γκαλερύ ακοίταχτες. Τώρα αν θα έβλεπαν τις γκαλερύ απ’ έξω ή τα εκθέματα μέσα θα σας γελάσω. Αλλά για να προλάβουν να δουν όλα αυτά που μου είπαν ότι είδαν μέσα σε μόνο μια βδομάδα, μάλλον θα πήγαιναν μέχρι εκεί, θα βλέπανε την πρόσοψη, θα λέγανε το είδαμε κι αυτό και έτσι θα το είχαν δει, αλλιώς δεν εξηγείται.

Την επιφανειακή σχέση με το χώρο τη βλέπω παντού - σε όλα τα μέρη της γης και από όλες τις εθνικότητες - στα απλανή βλέμματα των τουριστών που τριγυρνάνε σαν σκιές στις ίδιες πάντα κλισαρισμένες περιοχές, στα ίδια πάντα τσιτάτα κτίρια, με τα ίδια πάντα παπαγαλίστικα τουριστικά σχόλια να τα πασπαλίζουν σαν ζαχαρόσκονη.

Έλληνας ή Αλβανός ο τουρίστας είναι πάντα τουρίστας, που πα να πει πέρασα και δεν είδα τίποτε. Αν ταξιδεύετε μην ταξιδεύετε ποτέ σαν τουρίστες γιατί έτσι δεν πάτε πουθενά. Καλύτερα καθίστε σπίτι σας, να γλυτώσετε και τα έξοδα.

Saturday, December 30, 2006

επειδή δεν ξέρουμε

Κυκλοφορώ πάντα με ένα μπλοκάκι. Εκεί σημειώνω ιδέες που μού ’ρχονται καθ’ οδόν. Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να διαβάσει τα γράμματα μου ή να βγάλει νόημα από τη γλώσσα που χρησιμοποιώ, αφού συχνά αναφέρω όρους οικείους σε μένα από προηγούμενους συλλογισμούς μου, αλλά ανοίκειους στους άλλους. Θα έπρεπε να κάτσω να εξηγήσω τι σημαίνει κάθε ένας από αυτούς τους όρους για να βγει νόημα, φαντάζομαι. Από περιέργεια, αντιγράφω μια σημείωση από το μπλοκάκι μου, που θεωρώ σημαντική διότι συμπυκνώνει ένα μέρος των "υποθέσεων" μου:

Επειδή δεν ξέρουμε (και δεν μπορούμε να ξέρουμε) για ποιόν λόγο υπάρχουμε και ποιος ο σκοπός μας στη ζωή - στον οποίον να τείνουμε συγκεντρώνοντας προς αυτόν τις ενέργειες μας- ο μόνος τρόπος να προχωρήσουμε σωστά (σε επαφή του γίγνεσθαί μας με το είναι μας) είναι να κινηθούμε ελεύθερα ως προς το απώτατο των επιθυμιών μας. Γι’ αυτό, ό,τι μας εμποδίζει, είτε εκφοβίζοντας μας, είτε επικαλούμενο έναν ανώτερο σκοπό στον οποίο εμείς δεν αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας (παρουσιάζοντας μας ότι γνωρίζει «αντικειμενικά» ποιος είναι ο σκοπός μας), μάς κάνει κακό, με την έννοια ότι μας αποπροσανατολίζει σε λάθος μονοπάτια, όπου χάνουμε χρόνο και ματαιωνόμαστε.

Ο σωστός δρόμος διανοίγεται με τη γενναία προσφυγή μας στο απώτατο των επιθυμιών μας, πέρα από ό,τι μας εμποδίζει. Βέβαια, πρέπει να λάβουμε υπόψη αν το εμπόδιο που παρεμβαίνει στην πραγματοποίηση των επιθυμιών μας είναι αντικειμενικό και αφορά περιορισμούς φυσικών πόρων ή αντιστάσεις της ύλης. Εκεί πρέπει να πειθαρχήσουμε και να συνεργαστούμε μεταξύ μας για να το ξεπεράσουμε δεσμεύοντας το εγώ μας σε ένα εμείς που θα έχει τη δύναμη να εξορύξει την ύλη και να μας πάει ακόμη πιο πέρα αποδεσμεύοντας ενέργεια και πλούτο που θα μας δώσει την ελευθερία να κινηθούμε περαιτέρω. Δεν πρέπει, όμως, να σεβαστούμε περιορισμούς άνευ λόγου ή να υιοθετήσουμε εκφοβισμούς από ανθρώπους, οι οποίοι δεν εξυπηρετούν τίποτε παρά υπηρετούν τα συμφέροντα λίγων από την καθυστέρηση των (φοβισμένων) πολλών. Αυτά πρέπει να αναιρεθούν κι όσοι τα μετέρχονται συστηματικά να απομακρυνθούν.

Έτσι έχουμε μια διπλή κίνηση - (α) μια κίνηση θέσης: με την ελεύθερη προσφυγή μας στο απώτατο των επιθυμιών μας και τη συνεργασία μας στη διεύρυνση αυτής της ελευθερίας, (β) μια κίνηση άρσης: με την απομάκρυνση όποιου εμποδίζει την κίνηση θέσης.

Το αν θα τα καταφέρουμε στη σύγκλιση του γίγνεσθαι με το είναι μας, εξαρτάται από τον καθένα προσωπικά, από το αν θα δράσει γενναία διακινδυνεύοντας τά σίγουρα για να πετύχει το μέγιστο που επιθυμεί ή αν θα δειλιάσει και θα συσταλεί για να διασφαλίσει το ελάχιστο όριο επιβίωσης που του αναγνωρίζεται.

Αυτό που προτείνω είναι η καλλιέργεια ενός περιβάλλοντος κινητοποιητικού και μιας ατμόσφαιρας ενθαρρυντικής για όλους ώστε να δράσει ο καθένας μεγιστο-ποιητικά. Σε αυτό, πρωταρχικό ρόλο καλείται να παίξει η ανάλογη γενική θεωρία η οποία, βασιζόμενη στην παραδοχή της άγνοιας του έσχατου σκοπού, θα παρακινεί στην ελεύθερη διερεύνησή του με βασικό άξονα την ειλικρίνεια απέναντι στις επιθυμίες και κινητήριο μοχλό τη γενναιότητα του καθένα, η οποία τον ωθεί να ξεπεράσει τους μη αναγκαίους περιορισμούς της υφιστάμενης πραγματικότητας.

Saturday, December 23, 2006

επιστήμονες, πάρτε θέση

διάβασα μια ακόμη "επιστημονική" ανακοίνωση που με μπέρδεψε: αν το γυρίσουμε όλοι στα βιολογικά, λέει, η καταστροφή του πλανήτη θα είναι μεγαλύτερη (από αυτήν που φέρνουν τα φυτοφάρμακα), λόγω των εκτάσεων που θα χρειαστεί να καλλιεργηθούν, δεδομένου ότι η βιολογική καλλιέργεια δεν είναι εντατική, αλλά εκτατική και θα χρειαστεί να εκχερσωθούν δάση για καινούργιες εκτάσεις, όπως λένε.
- εγώ, λοιπόν, μπερδεύτηκα και ζητάω από τους επιστήμονες να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους - αλλά, αν υποθέσουμε ότι η επιστημονικότητα πρέπει να είναι βάση σε πολιτικές περιβάλλοντος τότε για να επιχειρηματολογούμε "επιστημονικά" θα έπρεπε να έχουμε πρόσβαση στα πραγματικά επιστημονικά δεδομένα και όχι σε αυτά που ανακοινώνονται επισήμως, κρύβοντας άλλα ή μαγειρεύοντάς τα.

ρίξτε μια ματιά σε αυτά τα δημοσιεύματα στην "Ελευθεροτυπία" και στην "Καθημερινή" για να δείτε τι «επιστημονικό» μαγείρεμα μπορεί να πέσει.

Wednesday, December 20, 2006

είναι κάποιες στιγμές...

όλα είναι εντάξει, κι εσύ περπατάς ανάμεσα τους, γλυκό αεράκι, ανάλαφροι φωτισμοί, όμορφες γωνιές, κυματιστές φιγούρες συνοδεύουν το βήμα σου,
όλα είναι εντάξει έτσι όπως είναι, δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτε παραπάνω

Υπάρχουν κάποιες στιγμές, εκεί που περπατάς ανήξερος, που έρχονται και παίρνουν το βάρος σου. Χωρίς να το καταλάβεις, σε περικλείουν ανεπαίσθητα και σε σηκώνουν ανάλαφρα. Κοιτάς γύρω σου και νιώθεις ενωμένος με τον κόσμο, αναπόσπαστο μέρος του. Ό,τι συμβαίνει είναι δικό σου και εσύ δικός του. Συνδεδεμένος με το χώρο, συμφιλιωμένος με το παρόν, δεν χρειάζεται άλλο να προσπαθείς. Όλα είναι εκεί, και είναι καλά.

Αυτές οι στιγμές είναι τόσο πολύτιμες (και σπάνιες) που η ζωή δεν θα άξιζε χωρίς αυτές. Δεν θα είχε λόγο να προσπαθούμε να ζούμε αν δεν απολαμβάναμε κάποτε κάτι από αυτή τη ζωή δωρεάν και όχι σαν αμοιβή των προσπαθειών μας . Όσα κακά κι αν συμβαίνουν γύρω μας, τα οποία προσπαθούμε να αλλάξουμε και καλά κάνουμε, δεν είναι αρκετά αυτές τις στιγμές να μειώσουν την απόλαυση του κόσμου που ζούμε (και δεν θα ξαναζήσουμε).

Αυτή η στιγμιαία απαλλαγή από την προσπάθεια, το ξαλάφρωμα από το άχθος της εργασίας (που έγινε άγχος) έρχεται απροειδοποίητα. Δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας δικής σου ενέργειας. Δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι για αυτό, να κάνεις γιόγκα, να πάρεις ναρκωτικά, να πας στην εκκλησία, να δεις μια ταινία, να κερδίσεις το λόττο ή να σου κάτσει ένα καλό γαμήσι. Όλα αυτά βοηθάνε στο ξαλάφρωμα, μπορεί, αλλά δεν είναι το ίδιο.

Η μεγάλη αξία αυτών των στιγμών είναι ότι δε έχουν να κάνουν με εσένα ή με κάτι που κάνεις. Δεν είναι προνόμιο κάποιων, ούτε χρειάζεται να έχεις λεφτά ή γκόμενα για να τις ζήσεις. Υπάρχουν για όλους, διαχέονται στον χώρο, εισχωρούν στην καθημερινότητά σου και της δίνουν αέρα για να πάρεις μια ανάσα στο λαχάνιασμα της βιοπάλης. Αντιπροσωπεύουν μάλλον μια παύση, παρά μια κορώνα δημιουργίας. Δεν μοιάζουν με κάποιες άλλες στιγμές «μαγικές», που η θεαματικότητά τους δεν σου αφήνει περιθώρια να τις αγνοήσεις, αφού ακόμη και να μη τις νιώθεις θα πρέπει να αναφωνήσεις στο μεγαλείο τους. Αυτές μπορείς να τις αγνοήσεις, όμως σίγουρα θα τις νιώσεις, αν όχι με το μυαλό σου, με τα κύτταρα σου.

Είναι τόσο διακριτικές και λεπταίσθητες, σαν πυγολαμπίδες, που το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος είναι να τις χαλάσει αν πάει να να κάνει κάτι με αυτές, διότι δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε, επιτέλους. Η κατασκευαστική μανία του ανθρώπου μπορεί να της διώξει, όπως έδιωξε και τις πυγολαμπίδες. Το πολύ που μπορεί είναι να τις υπομιμνήσκει στα καλλιτεχνικά του έργα, συνθέτοντάς τα με συναίσθηση της σιωπή τους.

Τα έργα του ανθρώπου αξίζουν εφόσον σέβονται το χώρο και τον χρόνο, που εμπεριέχει αυτές τις στιγμές σαν παύση ή κενό, και δεν παρεμβαίνουν βίαια στο περιβάλλον, με μια αδηφάγα αγωνία επιβίωσης που τις διώχνει. Θα εισηγούμουν, λοιπόν, μια οικολογία των στιγμών στο περιβαλλοντολογικό κίνημα, για να του δώσουμε και μια ποιητική διάσταση.

Η τσιμεντοποίηση της Αθήνας, εντωμεταξύ, έκανε τη ζωή τόσο ασφυκτική στερώντας από τους ανθρώπους αυτές τις στιγμές, που τους βλέπεις όλους στον δρόμο σαν κυνηγημένους. Τελευταία φορά που ένιωσα ωραία στους αθηναϊκούς δρόμους ήταν μια άνοιξη πριν δέκα χρόνια, στον πεζόδρομο με τις νεραντζιές, ανάμεσα στο Πολυτεχνείο και στο Μουσείο. Έκτοτε, με τη ψυχή στο στόμα. Δεν αντέχεται μια πόλη που είσαι συνέχεια στην πρίζα.

Εδώ νιώθω πιο συχνά να με σταματάνε κάποιες στιγμές από την τρεχάλα, για να κοιτάξω γύρω μου. Το είχα νιώσει και σε ένα παλιό μου ταξίδι εδώ, σε μια επίσκεψη μου στο τότε ανατολικό Βερολίνο. Εκεί που περπατούσα με τη λαιμαργία τουρίστα, που τρέχει να καταβροχθίσει ενσταντανέ, κάτι με σταμάτησε σε μια στροφή ενός «ασήμαντου» δρόμου και έμεινα να κοιτάζω χωρίς ιδιαίτερο σκοπό, απλά νιώθοντας το πέρασμα του χρόνου να μου χαϊδεύει τον ώμο. Μου εντυπώθηκε τόσο που το θυμόμουν για χρόνια. Ίσως αυτό να με ξανάφερε εδώ μόνιμα. Για να καταλάβετε πού μπορεί να κρίνεται το παιχνίδι μερικές φορές, όχι στην κλαγγή των όπλων και στις ιαχές, αλλά στις μικρές, σιωπηλές, αόρατες στιγμές.

Monday, December 18, 2006

μη σου βγει τ' όνομα

Υπάρχουν κάποια υπόγεια ρεύματα που η επιρροή τους στη διαμόρφωση του κοινωνικού φαίνεσθαι δεν έχει εκτιμηθεί αρκετά. Ένα από αυτά είναι το τι λένε οι άλλοι για σένα. Δεν ξέρω πώς κάποιος χαρακτηρισμός διαδίδεται και από ποιόν ξεκινάει (την ίδια απορία έχω και με τα ανέκδοτα), αλλά άπαξ και σου κολλήσει μια ταμπέλα μπορεί να την κουβαλάς σαν στάμπα στο πετσί σου, λες και είσαι γελάδα που την έχουν μαρκάρει με πυρωμένο σίδερο οι γελαδάρηδες.

Το σταμπάρισμα μεταξύ μας μπορεί να έχει να κάνει με την αγέλη, για να ξέρουμε ποιοι είμαστε και να ξεχωρίζουμε τους αμνούς από τα ερίφια, αλλά με ένα καλύτερο ψάξιμο θα βλέπαμε ότι αυτές οι στάμπες δεν ανταποκρίνονται πάντα στην πραγματικότητα. Εγώ για παράδειγμα είχα βγάλει τη φήμη του καλού μαθητή και στο τέλος του λυκείου έπαιρνα τα εικοσάρια βροχή, ενώ τα είχα φορτώσει στον κόκορα, για λόγους γκομενιάσματος. Μετά, έβγαλα τη φήμη του γκομενιάρη και δεν μπορούσα να σταυρώσω γκόμενα, ενώ ήθελα σοβαρή σχέση, κ. ο. κ.

Μπορεί κάποιοι χαρακτηρισμοί να έχουν κάποια (αρχική) βάση, δε λέω, αλλά ο άνθρωπος είναι είδος υπό εξέλιξη (κανονικά) και πρέπει να δίνουμε στον εαυτό μας (και στον άλλον) το δικαίωμα να αλλάζει. Είναι άλλο να λες για ένα σκυλί ότι είναι κυνηγόσκυλο, ας πούμε, και θα είναι για πάντα, οπότε, αν το πάρεις για φύλακα θα κάνει μούγκα στους κλέφτες, που όμως μπορεί να μην είναι κλέφτες αλλά οι Αλβανοί που ήρθαν για τα χαλιά, αλλά εμείς είμαστε έτοιμοι να τους πυροβολήσουμε και να μας φάει τα χαλιά ο σκόρος.

Για να μην πυροβολιόμαστε λοιπόν τζάμπα και πέφτουμε θύματα εύκολων χαρακτηρισμών είναι καλό να κοιτάμε τον άλλον στα μάτια, χωρίς προκατάληψη, για να πιάνουμε τι τύπος είναι (ή ποιος έγινε εντωμεταξύ) κι όχι τι λένε οι άλλοι για αυτόν. Εκτός αν είναι αδιόρθωτος (όπως στο ανέκδοτο με τον σκορπιό που δαγκώνει τον βάτραχο που τον μεταφέρει στο ποτάμι), αλλά αυτό πάλι εμείς θα το κρίνουμε.

Saturday, December 16, 2006

γεύση από...

Έγραψα χθες για την προχθεσινή συναυλία του Αλκίνοου εδώ (Βερολίνο) όχι γιατί είμαι κανείς (πληρωμένος) ανταποκριτής κάποιας ελληνικής εφημερίδας, επιφορτισμένος να ανταποκρίνομαι στην περιέργεια των Ελλήνων για το τι συμβαίνει στις άλλες πρωτεύουσες του κόσμου και καλά, αλλά επειδή κάτι έκτακτο συνέβη που συνεπήρε και εμένα κι όλους που το παρακολούθησαν, και μας επανεμβάπτισε στην ουσία της τέχνης. Δεν σκοπεύω να γράφω περί βερολινέζικων συμβάντων σταθερά, για να δικαιώσω γεωγραφικά το τίτλο του μπλογκ, εκτός αν αυτά νοηματοδοτούν κάτι βαθύτερο μέσα μου, που ως βαθύτερο μπορεί να ενδιαφέρει και τους άλλους, αφού κατά βάθος όλοι καλοί είμαστε και τα ίδια σκατά. Για το τι περιστασιακό συμβαίνει εδώ μπορεί ο καθένας να το μαθαίνει από ενημερωτικά έντυπα. Αν πάλι θέλει και κάποια ανταπόκριση να του επιβεβαιώνει αυτό που ήδη γνωρίζει, μπορεί να διαβάζει τους διάφορους ανταποκριτές του ελληνικού τύπου, οι περισσότεροι των οποίων επαναλαμβάνουν απλά αυτό που ήδη ξέρουν όλοι όσοι διαβάζουν εφημερίδες, αφού τα περισσότερα που μας γράφουν είναι γνωστά από την προηγούμενη ειδησεογραφία.

Φαντάζομαι ότι αν διαβάσει κανείς περιηγητικά μπλόγκια από διαμένοντες ερασιτεχνικά στο εξωτερικό (εφόσον γράφουν μπλογκ) και όχι επαγγελματικά (για να δουλεύουν εκεί ως ανταποκριτές), θα έχει μια γεύση από το τι συμβαίνει εκεί και δεν καταγράφεται στα ασσοσιέϊντια πρέσσια. Οι «γεύσεις από»… Βερολίνο, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Παρίσι, Βρυξέλες, για παράδειγμα, που μας προσφέρει η μεγαλοπρωτευουσιάνικη στήλη της Ελευθεροτυπίας είναι λίγο μπαγιάτικες για τους εφημεριδοφάγους (εκτός από αυτήν της Μόσχας, που ναι μας σερβίρει κάτι που δεν ξέρουμε από τον «δυτικό τύπο» , αλλά μυρίζει αντιδυτική ξινίλα και μας κάνει καχύποπτους για το μαγείρεμα).

Η βασική διαφορά ανάμεσα στους επαγγελματίες ανταποκριτές και στους ερασιτέχνες μπλογκαδόρους (όπως εγώ) είναι το γνωστό ότι οι μεν πληρώνονται και οι άλλοι το κάνουν για τη ψυχή της μάνας τους (γεια σου μαμά). Αυτή η διαφορά διατρέχει όλο το φάσμα των media όπως αναμορφώνεται ριζικά με την ιντερνετικο-ψηφιοποίηση του (δες post 13/12) που βάζει στο παιχνίδι γενναιόδωρους και τζαμπατζήδες εκεί που το μονοπωλούσαν πληρωμένοι και αγοραστές. Δεν ξέρω τι θα προκύψει από αυτόν τον αχταρμά, αλλά σίγουρα η μορφή πολλών μέσων θα αλλάξει και αλλάζει. Οι εφημερίδες των συνδρομητών (των κατ’ οικίαν ή κατά περίπτερο) μας έχουν τελειώσει και τα παράπονα στο 0-1 που ρυθμίζει την κυκλοφορία των ψηφιο-πληροφοριών.

Η εφημερίδες όμως είναι κάτι πολύ σημαντικό για να εκλείψουν χωρίς επιπτώσεις. Οριοθετούν την πληροφορία και την καταδεικνύουν σαν λάμπα που άμα σβήσει θα σκουντουφλάμε ο ένας στον άλλο για να μάθουμε τι γίνεται δίπλα μας. Εγώ ακόμη και την ύπαρξη των μπλογκ την έμαθα από πληρωμένους γραφιάδες και μπλογκολόγους ( όπως Τσαγκαρουσιάνο και Μητσό – να’ ναι καλά οι άνθρωποι που μ’ άνοιξαν τα μάτια). Δεν τα βάζω λοιπόν με το πληρωμένο σχόλιο, ούτε το προκρίνω έναντι του τζάμπα, γιατί αυτό βγάζει και «τζάμπα μάγκες». Μάλλον θα πρότεινα κατ’ αρχή να κάνει ο καθένας σωστά τη δουλειά του (επ’ αμοιβή ή όχι), και μετά να διασταυρωθούν οι μεν με τους δε σε μια γόνιμη μίξη που θα βγάλει μια μορφή που δεν μπορούμε ακριβώς να προβλέψουμε.

Πάντως, αυτό που γίνεται σαν διάδοχη μορφή των συνδρομητικών μέσων, με τις ηλεκτρονικές τους μορφές να προσπαθούν να προσελκύσουν διαφήμιση για να επιβιώσουν, αφού η διάθεση τους στο κοινό είναι αναγκαστικά δωρεάν, προδικάζει μια τηλεοπτικοποίηση στη χειρότερη της μορφή (βλ. ελληνικά ιδιωτικά κανάλια) που στηρίζονται στα νούμερα θεατών που θα προσελκύσουν με ό,τι πιο χυδαίο για να τα μεταπουλήσουν στους διαφημιστές εκχυδαΐζοντας την έννοια της κουλτούρας (και της τέχνης – πούσαι Αλκίνοε) αντιμετωπίζοντας την σαν μια οικονομίστικη παράμετρο που συζητιέται ανάμεσα σε κάτι παντελώς άψυχους ματσωμένους τύπους (π.χ. υιούς εφοπλιστών) και τιποτένιους δημοσιοσχεσίτες ξερόλες (π.χ. Πέτρο Κωστόπουλο) σε επαγγελματικά δείπνα να ξεράσω.

Δεν αντιλαμβάνομαι την αποενοχοποιημένη άνεση με την οποία αντιμετωπίζουν τη διαφήμιση οι διάφοροι του «χώρου» (Τσαγκαρουσιάνος ξανά, όπως), ανάγοντας την κάποιοι μάλιστα και σε μορφή τέχνης, αγνοώντας το προφανές ότι ένα έργο τέχνης αναφέρεται σε μια άυλη αναγωγή του ατόμου και όχι στην τεχνητή υπαγωγή του σε αγοραστή καρτοκινητών. Δεν θα παρασυρθώ σε αντι-διαφημιστικό μανιφέστο, αλλά θα επισημάνω κάτι που άπτεται αριθμών, τόσο απτό δηλαδή για να το καταλάβει ο καθένας (ένοχος διαφήμισης ή όχι). Είναι άλλο να είσαι υπόλογος σε 100.000 άτομα που σε αγοράζουν και άλλο σε 10 νοματαίους της (διαφημιστικής) αγοράς που σε αγοράζουν και σε πουλάνε. Τα 100.000 άτομα δεν μπορούν να κάνουν τραστ και να σε πετάξουν στα αζήτητα αν δεν τους κάνεις τα χατίρια, όταν έρθει η στιγμή να στα ζητήσουν, γιατί θα έρθει αργά ή γρήγορα. Αυτή η εξέλιξη είναι επικίνδυνη όπως (πολύ πιο) επικίνδυνη είναι και η υπαγωγή της πολιτικής στη (διαφημιστική) αγορά. Εκτρέφει μια ολιγαρχία που αν νομίζετε ότι θα σας κάνει το τραπέζι γελαστήκατε. Είναι από τη φύση της τόσο αδηφάγα, σαν βουλιμικός παχύσαρκος που δεν μπορεί να σταματήσει όσο κι αν το θέλει, και θα σταματήσει μόνο όταν σκάσει κάνοντας σκατά όλον τον κόσμο.

Αν το φρούτο που θα προκύψει από το ιντερνετικό τζάμπα θα είναι ένα διαφημιστικό ολιγοπώλιο που θα εκθρέψει μια βουλιμική ολιγαρχία, αυτό θα σημαίνει ότι η συνάντηση του πληρωμένου μπλογκολόγου και του απλήρωτου μπλογκογράφου δεν έγινε με καλή διάθεση και φαντασία που θα μπορούσε να παράγει μια νέα μορφή, πέρα από την πεπατημένη της τηλεοπτικοποίησης. Μια (ευφάνταστη) λύση θα μπορούσε να ήταν μια χορηγική μορφή χρηματοδότησης των μέσων που θα ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες μας, με το να τα συνδράμουμε όλοι, όσο μπορεί ο καθένας. Μια άλλη (ρομαντική) θα ήταν η δημιουργία ενός α λα «τράπεζα των φτωχών» χρηματοπιστωτικού ιδρύματος των εναλλακτικών πορτ’φόλιων, που θα χρηματοδοτούσε «επαναστατικές» πρωτοβουλίες, και μια τρίτη και φαρμακερή (αλλά αδύνατη) θα ήταν η διακυβέρνηση του κράτους από εμάς και μια καινούργια ΕΡΤ.net ανοιχτή στην κάθε «γεύση από»… , αν είχε να πει κάτι ουσιαστικό.

Friday, December 15, 2006

Αλκίνοος μυσταγωγία

Χθες βράδυ έδωσε συναυλία στο Kulturbraurei ο Αλκίνοος και η παρέα του, μια ευγενική χορηγία της κυπριακής πρεσβείας κλπ, άρα τζάμπα. Το έμαθα κατά τύχη (τόσο καλό γραφείο τύπου η πρεσβεία), ειδοποίησα την παρέα, για να μαζευτούμε να γεμίσουμε το μαγαζί, μην τραγουδάει ο άνθρωπος σε "κενά καθίσματα" και στις 8 ακριβώς (γερμανοί) είμασταν εκεί. Ναι είχαν όντως καθίσματα(!) - σε μια αίθουσα που συνήθως "τα δίνουν" ροκ συγκροτήματα και ο κόσμος μπροστά χοροπηδάει - τα οποία ήταν γεμάτα (!) με κόσμο όλων των κατηγοριών και κάποιους ηλικιωμένους (σωστά τα καθίσματα λοιπόν) που περίμεναν φρόνιμοι να αρχίσει το λα-λα. Άρχισε στις 8.15 (τζαστ κι αυτοί) με κάτι παραδοσιακά κυπριακά που έδωσαν τη θέση τους σε κάτι Αλκινοο-ιωαννιδικά και τούμπαλιν, σε ένα μιξ πετυχημένο, αλλά με έναν ήχο μπουκωμένο και πολύ θόρυβο από τη γαλαρία, όπου διάφοροι τα έλεγαν με τους γνωστούς από το χωριό που συνάντησαν κατά τύχη ή επίτηδες. Οι μουσικοί προσπαθούσαν να ισορροπήσουν την κατάσταση και το πράγμα πήγαινε για ισοπαλία, οπότε όπως ήρθαμε θα φεύγαμε, χωρίς απώλειες, αλλά και χωρίς να κερδίσουμε κάτι. Κάπου εκεί σκέφτηκα ότι τί καλά θα ήταν όλο αυτό να λειτουργούσε μυσταγωγικά (με έναν άλλο ήχο, σε έναν άλλο χώρο), να μας συνέπαιρνε η μουσική, που όντως είχε τέτοια δυνατότητα και οι μουσικοί ήταν άξιοι για αυτό. Μετά το ημίχρονο, όμως, η ομάδα κατέβηκε αποφασισμένη να βάλει γκολ. Δεν ξέρω τι έγινε με τους (οργανο)παίχτες στα αποδυτήρια ή με τον κόσμο στις κερκίδες, αλλά το παιχνίδι απογειώθηκε. Τα τραγούδια και οι μουσικές κλιμακωνόταν σε μία ευωχία υψηλής ποιότητητας που ο "ήχος" δεν μπορούσε να τους αντισταθεί και συμμορφώθηκε. Τους θόρυβους στη γαλαρία τούς διαδέχτηκαν αναστεναγμοί συγκίνησης, ψέλλισμα στοίχων, χορευτικό θρόϊσμα σωμάτων, ρυθμικά παλαμάκια και θερμά χειροκροτήματα. Η μπάντα έπιανε διεθνή στάνταρ που θα εντυπωσίαζαν όσους μουσικο-ψαγμένους γερμανο-βερολινέζους έτυχε να βρίσκονται εκεί (Αν κρίνουμε το τι ακούνε οι άνθρωποι εδώ στο Βερολίνο, όπου παρελαύνει ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί, για να συγκινήσει κάποιος τα αυτιά τους πρέπει να "τα λέει") Εκεί, όμως, που έγινε το κάτι άλλο και δικαιώθηκε η ανακάλυψη της μουσικής (και πάσα τέχνης), και μας επανέφερε στην αρχέγονη μυσταγωγική της λειτουργία, ήταν στο ανκόρ, όταν τα παιδιά στη σκηνή, αφού τα έδωσαν όλοι όλα, τραγούδησαν εν χωρώ (άνευ οργάνοις) κάτι φωνητικά και μετά ο Αλκίνοος μόνος ένα νανούρισμα χωρίς μικρόφωνο. Παρακολουθούσαμε εκστασιασμένοι και δεν ακουγόταν κιχ από όλους τους ακροατές, μικρούς και μεγάλους, καρεκλάτους και ορθίους, πιωμένους κι άπιωτους, ελληνογερμανούς και κυπριοεβραίους, φιλέλληνες και "ανθέληνες" (όπως εγώ), γραμματιζούμενους και αγράμματους, επισήμους και ανεπίσημους, καυλωμένους και ξεκαύλωτους. Το μεγαλείο της τέχνης, την ελαφρά της ώθηση προς την αυτοϋπέρβαση την ένιωσαν όλοι εκεί, εκείνη τη στιγμή. Ευχαριστούμε παιδιά!

Wednesday, December 13, 2006

ό,τι είναι να γίνει θα γίνει

Έχω την εντύπωση ότι με όλα αυτά τα ιντερνετικά μέσα εκδημοκρατισμού (ή μαζικοποίησης) της επικοινωνίας (όπως, blog, you-tube, myspace, etc.) και με τη ψηφιοποίηση των οπτικοακουστικών μέσων που δίνει τη δυνατότητα (σχεδόν) στον καθένα να γίνει δημιουργός ήχων και εικόνων ή μέτοχος αρχείων (πειρατικών ή νόμιμων), θα γίνει μια ανατροπή, μεν, των παραδοσιακών και συνάμα κλειστών μορφών πληροφορίας και κουλτούρας (αχ, τι καλά), αλλά συνάμα θα εισάγει έναν πληθωρισμό ασήμαντων σχολίων τα οποία μπορεί να πνίξουν οτιδήποτε σημαντικό, διαβαθμισμένο και διαφοροποιημένο κυκλοφορεί σήμερα, (με πολύ δυσκολία, βέβαια.)

Ο αναλογικός κόσμος μπορεί να είχε τα κακά του (όπως το ότι για να δημοσιευτείς σε ένα Γουτεμβεργιανώς εκτυπωμένο μέσο θα έπρεπε να δώσεις κώλο), αλλά πάλι δεν μπορούσε ο πάσα ένας να αμολάει την πορδή του και να πρέπει οι άλλοι να την ακούνε. Υπήρχε ένα φιλτράρισμα στην ασημαντότητα και η αναλογικότητα προέβαλε αντιστάσεις (έστω γραφειοκρατικού τύπου) που η ψηφιακότητα δεν έχει, το οποίο είναι μεν καλό γιατί αναιρεί τη γραφειοκρατία των αναλογικών μέσων, αλλά είναι "μπάτε σκύλοι αλλέστε". Αν υποθέσουμε ότι κάτι τέτοιο συμβεί κι ο καθένας που έχει δικαίωμα στο γαύγισμα αρχίσει να γκαρίζει, θα έχει πολύ ενδιαφέρον να φανταστούμε τι θα προκύψει μετά.

Προφανώς μέσα από το χάος της φωνασκίας και τnν πλημμύρα της ασημαντότητας θα αρχίσουν να ξεπροβάλλουν σχήματα στέρεα, διαμορφωμένα από συσχετισμούς στοιχείων και δυνάμεων που θα αναπτυχθούν μέσα στη κοσμική σούπα. Πιθανόν επίσης να αναδυθεί μια νέα μορφή ανώνυμων επιτευγμάτων (όπως ήταν τα δημοτικά τραγούδια) τα οποία θα υιοθετηθούν από το πλήθος επειδή θα ανταποκρίνονται σε βασικά επικοινωνιακά μοτίβα των βυθισμένων στην μαζοκατάσταση ατόμων. Ποιά είναι όμως αυτά τα μοτίβα; Δεν νομίζω ότι κανείς μπορεί να τα προβλέψει για να ποντάρει σε αυτά εκ των προτέρων και να βγεί από πάνω.

Στον ρευστό κόσμο της ψηφιακότητας όλα τα δεδομένα είναι ανοιχτά και αφού το παιχνίδι άρχισε ας μπει ο καθένας μέσα με ό,τι καλύτερο εκπροσωπεί, και ό,τι είναι να γίνει θα γίνει.

Friday, December 8, 2006

"εδώ Βερολίνο", το στίγμα

Ο τίτλος "εδώ Βερολίνο" δεν έχει να κάνει μόνο με μια απλή δήλωση του γεωγραφικού στίγματος από όπου εκπέμπουμε (ανάλογα με τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της "αλήθειας" κατά τη Χούντα, όπως "εδώ Τίρανα"...), ούτε το κάνουμε από επίδειξη της διαμονής μας σε μια πόλη κουλ και καλά, όπως λένε (και δεν έχουν άδικο), αλλά είναι αποτέλεσμα μιας πιο σύνθετης διαδικασίας. Κατ' αρχή, με τον τίτλο αυτόν θέλουμε να δώσουμε το στίγμα των "αυτοεξορίστων" Ελλήνων, που δεν άντεξαν τη δικτατορία της μικροπρέπειας που κυβερνά τον τόπο και πήραν των ομματιών τους (όπως κι εγώ, που έτσι βρέθηκα εδώ). Άρα, το πρώτο που δηλώνει ο τίτλος είναι ότι είμαστε εδώ (Βερολίνο) γιατί δεν αντέχαμε εκεί (Αθήνα). Αυτό, στη συνέχεια, έχει σαν συμπαραδήλωση ότι όσα παιδιά την έχουν κάνει έξω γιατί δεν άντεχαν μέσα, είναι αδέρφια μας. Ακόμη περισσότερο αν βρίσκονται Βερολίνο, οπότε θα μας ενδιέφερε μια επικοινωνία, με την ευκαιρία του μπλογκ. Από την άλλη, κι όσοι θέλουν να την κάνουν, είναι πάντα καλοδεχούμενοι.

Όπως παλιά με τις αναζητήσεις του "ερυθρού σταυρού", το μπλόγκιν μπορεί να βοηθήσει στην αναζήτηση συγγενειών μέσα από το μοίρασμα σκέψεων. Συγγένειες που ξεπερνούν αυτές του αίματος ή του τόπου, και διαμορφώνονται πέρα από σόγια κι από σύνορα. Αν μπορούσαν να ξεπεράσουν και τους περιορισμούς της γλώσσα ακόμη καλύτερα, αλλά ας τις ξεκινήσουμε στα ελληνικά, αφού με αυτά κι εγώ ξεκίνησα να σκέφτομαι, (και σκέφτομαι ακόμη).

Οι σκέψεις μου σε αυτό το μπλογκ δεν έχουν άλλο λόγο παρά με την έκφραση τους να εκπέμψουν το στίγμα μου και να με φέρουν σε επαφή με άλλους, σε άλλα μήκη και πλάτη, με συγγενικές αναζητήσεις...

Αγαπητοί μου συγγενείς, χαμένοι σε όλα τα μέρη της γης ή "θαμμένοι" στα πάτρια εδάφη, σας αναζητώ.